Λέξη: εξαργυρώνω

Σχετικές λέξεις: εξαργυρώνω

εξαργυρώνω μετάφραση, εξαργυρώνω στα αγγλικά

Συνώνυμα: εξαργυρώνω

εισπράττω, απολυτρώ, απολυτρώνω, εξαγοράζω, εξοφλώ

Μεταφράσεις: εξαργυρώνω

εξαργυρώνω στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
cash, redeem, I redeem, turn into money

εξαργυρώνω στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
efectivo, redimir, canjear, redimir a, rescatar, redimirnos

εξαργυρώνω στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
bargeld, kasse, einlösen, erlösen, zu erlösen, einzulösen, zurückkaufen

εξαργυρώνω στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
encaisser, payer, comptant, finance, percevoir, espèces, racheter, échanger, rachat, rembourser, racheter des

εξαργυρώνω στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
contante, incassare, riscattare, redimere, rimborsare, approffitare di, il rimborso

εξαργυρώνω στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
dinheiro, redimir, resgatar, remir, resgate, redeem

εξαργυρώνω στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
contant, verlossen, aflossen, terugkopen, inwisselen, te verlossen

εξαργυρώνω στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
монета, инкассировать, наличные, чистоган, кассовый, наличный, деньжата, деньги, наличность, выкупать, выкупить, искупить, погасить, выкупа

εξαργυρώνω στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
innløse, forløse, løse, løse inn, innfri

εξαργυρώνω στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
kontant, lösa in, lösa, återlösa, inlösen, inlösa

εξαργυρώνω στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
hynä, lunastaa, lunastamaan, lunasta, lunastaakseen, lunastaaksesi

εξαργυρώνω στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
kontant, indløse, forløse, indløser, indfri, at indløse

εξαργυρώνω στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
hotově, peníze, inkasovat, proplatit, vykoupit, vykoupil, odkoupit, vykoupí, splatit

εξαργυρώνω στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
spieniężać, spieniężyć, opłacić, opłacać, kasowy, wyzyskać, inkasować, gotówka, spieniężanie, gotówkowy, zainkasować, szmal, zapłata, spieniężenie, zrealizować, wykupić, zbawić, odkupić, wykupu, umorzenia

εξαργυρώνω στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
megvált, megváltsa, megváltani, visszaváltására, megváltja

εξαργυρώνω στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
kurtarmak, itfa, bedelini, redeem, amorti

εξαργυρώνω στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
касовий, каш, інкасувати, гроші, готівка, викуповувати, викупляти, викупати, викупити, викуплятиме

εξαργυρώνω στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
shpengoj, shpengojë, shpengosh, shpenguar, të shpengosh

εξαργυρώνω στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
изкупи, откупи, изкупи обратно, изкупува обратно, осребрите

εξαργυρώνω στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
выкупляць, выкупаць, выкупліваць

εξαργυρώνω στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
maksmine, raha, sularaha, lunastama, lunastada, lunastamiseks, tagasi osta, lunastab

εξαργυρώνω στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
unovčiti, gotovina, otkupiti, iskupiti, otkupi, iskoristiti, otkup

εξαργυρώνω στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
innleysa, leysa, leyst, að innleysa, að leysa

εξαργυρώνω στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
kasa, grynieji, išpirkti, atpirkti, išpirktų, išpirks, išperka

εξαργυρώνω στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
izpirkt, atpirkt, izpirktu, atpakapirkšanu, atpirktu

εξαργυρώνω στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
откупи, го откупи, избави, откуп, откуп на

εξαργυρώνω στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
răscumpăra, răscumpere, a răscumpăra, să răscumpere, rascumpara

εξαργυρώνω στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
gotovost, blagajna, odkupi, odkupiti, odkupil, unovčijo, odkup

εξαργυρώνω στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
vykúpiť, odkúpiť, vykúpi, vykúpenie
Τυχαίες λέξεις