Λέξη: επισφαλής

Σχετικές λέξεις: επισφαλής

επισφαλεις απαιτήσεις, επισφαλής πελάτες, επισφαλής βικιπαιδεια, επισφαλής εργασία γυναικεία εργασία, επισφαλής ερμηνεία, επισφαλής εργασία, επισφαλής απασχόληση, επισφαλής απαίτηση, επισφαλής λεξικό, επισφαλής συνώνυμα

Συνώνυμα: επισφαλής

ανασφαλής, επισφαλής, επικίνδυνος, επίφοβος, κλονούμενος, κλονιζόμενος, νοσηρός, σαθρός

Μεταφράσεις: επισφαλής

αγγλικά
shaky, unsafe, precarious


ισπανικά
flojo, inseguro, peligroso, precario

γερμανικά
wacklig, gefahrvoll, schlotterig, gefährlich, unsicher, ...

γαλλικά
hésitant, douteux, risqué, irrésolu, aléatoire, ...

ιταλικά
rischioso, traballante, malfermo, precario, incerto, ...

πορτογαλικά
inseguro, insegura, inseguros, insegurança, inseguras

ολλανδικά
hachelijk, gevaarlijk, wankel, onzeker, precair

ρωσικά
валкий, растрескавшийся, нетвердый, дрожащий, необеспеченный, ...

νορβηγικά
utrygg, prekær, usikker, farlig

σουηδικά
osäker, oviss, riskabel, vansklig, farlig, ...

φινλανδικά
kyseenalainen, epävarma, turvaton, arveluttava, hutera, ...

δανικά
farlig

τσεχικά
nebezpečný, nejistý, chatrný, riskantní, kolísající, ...

πολωνικά
drżący, niepewny, chwiejny, niebezpieczny, słaby, ...

ουγγρικά
repedezett

τούρκικα
tehlikeli

ουκρανικά
невпевнено, хибкий, непевно, тріснутий, ненадійний, ...

αλβανικά
i pasigurt, pasigurt, të pasigurt, pasigurtë, të pasigurtë

βουλγαρικά
шапки

λευκορωσικά
небяспечны, небясьпечны

εσθονικά
rabe, ohtlik

κροατικά
nesiguran, nesigurnom, kolebljiv, klimav, opasan, ...

ισλανδικά
óörugg, ótraustur, óöryggi, óöruggt, óöruggur

λιθουανικά
pavojingas

λετονικά
bīstams

σλαβομακεδονικά
несигурен, несигурни, небезбедна, несигурно, несигурна

ρουμανικά
periculos, nesigur

σλοβενικά
negotov, negotovo, nezanesljivo, negotove, nezanesljiv

σλοβακικά
riskantní, nezabezpečený, vratký, nebezpečný

Τυχαίες λέξεις