Λέξη: κέφι

Σχετικές λέξεις: κέφι

κέφι γλέντι και φιγούρα, κέφι συνώνυμα, κέφι pronunciation, κέφι ετυμολογία, κέφι tours, κέφι meaning, κέφι στα αγγλικά, κέφι όπως παλιά, κέφι του παιδιού, κέφι γλέντι και φιγούρα 1958

Συνώνυμα: κέφι

διασκέδαση, αστείο, κέφι, ευθυμία, χαρά, επευφημία, διάθεση, γλέντι, διαχυτικότητα

Μεταφράσεις: κέφι

αγγλικά
mood, merriment, verve, fun, gusto


ισπανικά
diversión, modo, humor, alborozo, placer

γερμανικά
laune, geschmack, schwung, scherz, stimmung, ...

γαλλικά
allégresse, diapason, joie, enjouement, changeant, ...

ιταλικά
brio, divertimento, umore, modo

πορτογαλικά
ambiência, deleite, divertimento, humor, monumento, ...

ολλανδικά
gemoedstoestand, schik, gloed, humeur, moreel, ...

ρωσικά
огонек, сила, радость, сласть, настроение, ...

νορβηγικά
humør, fornøyelse, lune, stemning, moro

σουηδικά
stämning, nöje, kul, sinnesstämning, humör

φινλανδικά
mielentila, kiva, tunnelma, hauskuus, pila, ...

δανικά
humør, stemning, fornøjelse

τσεχικά
veselí, zápal, veselost, elán, zábava, ...

πολωνικά
zapał, atmosfera, werwa, zabawa, tryb, ...

ουγγρικά
létforma, hév, hangnem, létmód, gusztus, ...

τούρκικα
şaka, mizaç

ουκρανικά
забава, пожвавлено, утіха, жебрак, радощі, ...

αλβανικά
qejf

βουλγαρικά
развлечение, настроение

λευκορωσικά
весялосьць, весялосць, веселье, весялосці

εσθονικά
innustus, maitse, lõbu, elujõud, isu, ...

κροατικά
veselje, oduševljenje, veselost, raspoloženja, volja, ...

ισλανδικά
gaman, skap

λιθουανικά
nuotaika

λετονικά
oma, garastāvoklis, noskaņojums

σλαβομακεδονικά
забава, забавно, се забавуваат, Мотор, забавни

ρουμανικά
distracţie

σλοβενικά
zábava, davit, veselí, vzdušje, elán

σλοβακικά
verva, nálada, elán, zábava, veselí

Τυχαίες λέξεις