Λέξη: καυγαδίζω

Συνώνυμα: καυγαδίζω

λογομαχώ, καυγαδίζω, λογοφέρνω, φιλονικώ

Μεταφράσεις: καυγαδίζω

αγγλικά
quarrel


ισπανικά
rifa, gresca, disputa, riña, reñir

γερμανικά
streit, wortwechsel, auseinandersetzung, streiten, zank, ...

γαλλικά
brouille, bagarre, chamaillerie, dispute, algarade, ...

ιταλικά
alterco, contesa, lite, litigio, disputa, ...

πορτογαλικά
discussão, altercar, quantidade, querelar, disputa, ...

ολλανδικά
twistgesprek, herrie, twist, redetwist, twisten, ...

ρωσικά
спор, браниться, поругаться, ссора, переругаться, ...

νορβηγικά
trette, strid, krangel

σουηδικά
strid, träta, gräla, gräl, kiv, ...

φινλανδικά
riita, sanaharkka, tora, kiista, kina, ...

δανικά
skænderi, mundhuggeri

τσεχικά
pře, hádka, znesvářit, spor, svár

πολωνικά
kłótnia, zwada, czubić, kłócić, skłócić, ...

ουγγρικά
civakodik, összetűzés, vitatkozik, civakodás, huzavona

τούρκικα
kavga

ουκρανικά
карантини

αλβανικά
ngatëresë

βουλγαρικά
кавга, препирня, разпра, караница, паса

λευκορωσικά
спрэчка, спрэчку, спорт, спор, спрэчкі

εσθονικά
tüli, riid

κροατικά
svađa, psovati, kavga, spor, prepirka

ισλανδικά
illdeilur

λατινικά
iurgium

λιθουανικά
skandalas, ginčas, kivirčas, vaidas

λετονικά
strīds, ķildoties, strīdēties, tracis, ķilda

σλαβομακεδονικά
кавга, извлече, извлече дела

ρουμανικά
ceartă

σλοβενικά
Građa, Prepirka, WRANGLE

σλοβακικά
hádka

Τυχαίες λέξεις