Λέξη: κενός

Σχετικές λέξεις: κενός

κενός συνωνυμα, κενός αμνιακός σάκος, κενός εμβρυικός σάκος, νιώθω κενός, κενός χαρακτήρας html, κενός χάρτης ευρώπης, κενός τίτλος, κενός σάκος, κενός χώρος, κενός χάρτης ελλάδας

Συνώνυμα: κενός

λευκός, κενός, άγραφος, ασυμπλήρωτος, καθαρός, χωρίς ενδιαφέρο, άκυρος, αδειανός, ξενοίκιαστος, ανόητος, άσκοπος, στερούμενος, στερημένος, ανέκφραστος, μωρός

Μεταφράσεις: κενός

αγγλικά
vapid, vacant


ισπανικά
insulso, vacío, vacante, desocupado, libre, ...

γερμανικά
unbesetzt, fad, frei, ledig, flach, ...

γαλλικά
franc, oisif, lâche, vacant, mièvre, ...

ιταλικά
insulso, insipido, libero, vacante, vuoto

πορτογαλικά
total, vago

ολλανδικά
open, leeg, opengevallen, vacant, flauw, ...

ρωσικά
бессмысленный, вялый, плоский, порожний, малосодержательный, ...

νορβηγικά
tom, ledig, flau

σουηδικά
tom, fadd, ledig

φινλανδικά
hengetön, lattea, tyhjä, avoin, toimeton, ...

δανικά
ugyldig, void, ugyldige, tomrum, annulleres

τσεχικά
mdlý, prázdný, nečinný, nudný

πολωνικά
nieobecny, pusty, mdły, wolny, bezmyślny, ...

ουγγρικά
üres, űr, void, semmis, semmisnek

τούρκικα
boş

ουκρανικά
пустій, порожній, переваги, пустої, безтямний, ...

αλβανικά
i pavlefshëm, zbrazëti, pavlefshëm, e pavlefshme, të pavlefshëm

βουλγαρικά
недействителен, невалиден, празнота, нищожен, нищожно

λευκορωσικά
пусты

εσθονικά
vaba, elutu, tühi, vakantne, tuim, ...

κροατικά
neslan, dosadan, slobodno

ισλανδικά
ógilt, ógild, tóm, niður, úr gildi

λιθουανικά
negaliojantis, negaliojančiu, negalioja, negaliojančia, tuščia

λετονικά
tukšums, spēkā neesošu, neesošu, par spēkā neesošu, neesošiem

σλαβομακεδονικά
празнина, неважечки, ништовни, празнината, неважечка

ρουμανικά
liber

σλοβενικά
prosto

σλοβακικά
nudný

Τυχαίες λέξεις