Λέξη: κεντώ

Σχετικές λέξεις: κεντώ

κεντώ σταυροβελονια, πωσ κεντώ

Συνώνυμα: κεντώ

κεντώ, παροτρύνω, τσιμπώ, κόβω, πιάνω, δαγκάνω, σταματό, εμπήγω, πονώ, ερεθίζω, κεντρίζω, συσπώ, συσπώμαι, διαλέγω, συλλέγω, δρέπω, πικάρω, σκαλίζω, σπρώχνω, αγκυλώνω, τρυπώ, προκαλώ φαγούρα, σουβλίζω, διαστίζω, παρακινώ, ξεφουσκώνω, παρακινούμαι, πτερνίζω, καλπάζω, βάλλω, προσκολλώ, κόλλωμαι, εμμένω, αμηχανώ

Μεταφράσεις: κεντώ

αγγλικά
prick, embroider


ισπανικά
polla, picar, pinchar, bordar

γερμανικά
stechen, stachel, stich, trottel, idiot, ...

γαλλικά
brodons, picoter, ponctionner, piqûre, broder, ...

ιταλικά
pungere, pizzicare, punzecchiare

πορτογαλικά
picar, abranger, bordar, tabelar, borde, ...

ολλανδικά
pik, steken, jongeheer, prikken, schram, ...

ρωσικά
прокалывать, острие, шип, вколоть, приукрашивать, ...

νορβηγικά
brodere, prikke, stikke

σουηδικά
sting, brodera, sticka

φινλανδικά
tutkain, pistää, tuikata, puhkaista, kannustaa

δανικά
brodere, brodér, broderer, broderes, at brodere

τσεχικά
bodat, bodnout, bodnutí, bod, píchat, ...

πολωνικά
idiota, haftować, kutas, nakłuwać, wyszywać, ...

ουγγρικά
hímez, hímezni, hímeztek, hímzésére, hímzést

τούρκικα
oyalamak, nakış işlemek, iülemek, embroider, süslemek

ουκρανικά
вартість, вишивати, ціноутворення, розцвічувати

αλβανικά
qëndis, të qëndis, ngjyros, qëndis të, zbukuroj

βουλγαρικά
хуй, острие, кур

λευκορωσικά
вышываць, вышывалі, гафтаваць

εσθονικά
kannustama, ora, tikkima, kaunistama

κροατικά
probadanja, ubosti, oštrica, vesti, trn, ...

ισλανδικά
stinga

λιθουανικά
siuvinėti

λετονικά
izšūt, izšūtu, izpušķot, nošūt

σλαβομακεδονικά
навезе, шиете, се навезе, да навезе

ρουμανικά
broda, brodați, brodeze, brodati, a broda

σλοβενικά
penis

σλοβακικά
penis, žihadlo

Τυχαίες λέξεις