Λέξη: κλιμάκωση

Σχετικές λέξεις: κλιμάκωση

κλιμάκωση γενικού βαθμού πρόσβασης 2013, κλιμάκωση βαθμού πρόσβασης 2012, κλιμάκωση γενικού βαθμού πρόσβασης 2012, κλιμάκωση συνώνυμο, κλιμάκωση βαθμού πρόσβασης 2011, κλιμάκωση γενικού βαθμού πρόσβασης, κλιμάκωση κολμογκόροφ, κλιμάκωση του γενικού βαθμού πρόσβασης 2013, κλιμάκωση γενικού βαθμού πρόσβασης 2011, κλιμάκωση βαθμολογίασ 2013

Συνώνυμα: κλιμάκωση

κλιμάκωση, διαβάθμιση

Μεταφράσεις: κλιμάκωση

αγγλικά
escalation, scale


ισπανικά
escala, escama, gama, escalar

γερμανικά
steigerung, schuppe, kesselsteine, maßstab, ausweitung, ...

γαλλικά
poids, escalader, importance, jauge, pellicule, ...

ιταλικά
squama, scaglia, scala

πορτογαλικά
escama, abrasar, escalde, desenho, escala

ολλανδικά
aanslag, ladder, schub, verhouding, schaalverdeling, ...

ρωσικά
приподниматься, сланец, масштаб, взвешивать, регулировать, ...

νορβηγικά
skjell, målestokk, skala

σουηδικά
skala

φινλανδικά
hilse, skaala, suomu, mittakaava, yltyminen, ...

δανικά
skæl, skala

τσεχικά
váhy, šplhat, stupnice, žebřík, vystoupit, ...

πολωνικά
niszczyciel, waga, zgorzelina, szalej, szala, ...

ουγγρικά
hangsor, fémhab, eszkaláció, számrendszer, skála, ...

τούρκικα
kızışma, yükseltme, eskalasyon, tırmanması, escalation

ουκρανικά
зважуватися, підніматись, ескалація, градація, камінь

αλβανικά
shkallë, shkallëzim

βουλγαρικά
школа

λευκορωσικά
драбiны

εσθονικά
laienemine, eskalatsioon, katlakivi

κροατικά
strugati, eskalacija, mjera

ισλανδικά
stigvaxandi, vaxandi, stækka, auka þarf, smám

λατινικά
squama

λιθουανικά
gama, mastelis, žvynas

λετονικά
mērogs, blaugznas, gamma

σλαβομακεδονικά
ескалација, ескалацијата, ескалирање, ескалација на, на ескалација

ρουμανικά
gamă, solz

σλοβενικά
stopnjevanje, eskalacija, Višanje, stopnjevanja, zaostritve

σλοβακικά
šupina, škála

Τυχαίες λέξεις