Λέξη: κολλητός

Σχετικές λέξεις: κολλητός

κολλητός βικιλεξικο, κολλητός συνώνυμα, κολλητός φίλος, κολλητός των αδελφών κασιδιάρη ο υιός μπαλτάκου

Συνώνυμα: κολλητός

κόλλητος

Μεταφράσεις: κολλητός

αγγλικά
close, buddy


ισπανικά
cerrar, clausurar, cumpa, compañero, cerca

γερμανικά
dumpfig, verschließen, abschließen, kumpel, schließen, ...

γαλλικά
copain, fermer, conclure, fermeture, liaison, ...

ιταλικά
compagno, concludere, presso, argomentare, vicino, ...

πορτογαλικά
companheiro, camarada, cerrar, junto, fechar, ...

ολλανδικά
besluiten, dichtdoen, naast, sluiten, dichtbij, ...

ρωσικά
интимный, вблизи, строгий, заканчивать, затворить, ...

νορβηγικά
kamerat, stenge, lukke, slutte, kompis, ...

σουηδικά
kamrat, kompis, vän, stänga, nära

φινλανδικά
lähestyä, sulkea, veikko, päätös, kamu, ...

δανικά
nær, lukke, kammerat

τσεχικά
důvěrný, blízko, zavřít, zavírat, blízký, ...

πολωνικά
zewrzeć, zamykać, kumpel, kończyć, przyjaźń, ...

ουγγρικά
sikátor, titkolózó, tilos, bekerített, titoktartó

τούρκικα
kapanmak, kapamak

ουκρανικά
скупій, приятель, скупий, щільний, скритий, ...

αλβανικά
afër, pranë, mbyll, afërt

βουλγαρικά
конте, пич

λευκορωσικά
агароджа, закрыты, блiзко, скончыць, зачыняць

εσθονικά
semu, ligidal, põhjalik, lõppema

κροατικά
blizina, zatvori, uz, kraj, prestanak, ...

ισλανδικά
náinn, nálægt

λατινικά
collega, claudo, propter, propinquus

λιθουανικά
bičiulis, tvankus, atidus, užversti

λετονικά
netāls, aizvērt, draugs, aizvērties, slēgt, ...

σλαβομακεδονικά
Еј, пријателе, dude

ρουμανικά
final, prieten

σλοβενικά
blizu, zapreti, zaključiti, zavírat

σλοβακικά
blízky, blízko, chlapče

Τυχαίες λέξεις