Λέξη: κτήμα

Σχετικές λέξεις: κτήμα

κτήμα γεροβασιλείου, κτήμα κλεοπάτρα, κτήμα γαία, κτήμα αριάδνη, κτήμα ορίζοντες, κτήμα γρέγου, κτήμα κοκοτού, κτήμα εφηλένα, κτήμα λίκνο, κτήμα νικολέλη, κτήμα συγγρού

Συνώνυμα: κτήμα

περιουσία, κτήμα, κληρονομούμενη περιουσία, τσιφλίκι, υπόσταση, κοινωνική θέση, οικοδομή, κτίριο, κατάστημα, ακίνητη περιουσία, κτηματική περιουσία, ακίνητα

Μεταφράσεις: κτήμα

αγγλικά
property


ισπανικά
propiedad, atributo, finca, pertenencia, haber, ...

γερμανικά
eigenschaft, besitz, attribut, grundstück, eigentum

γαλλικά
accessoire, avoir, propriété, biens, domaine, ...

ιταλικά
caratteristica, bene, proprietà, fattoria, possesso

πορτογαλικά
terras, predicado, possessão, domínio, qualidade, ...

ολλανδικά
goed, bezit, attribuut, bezitting, allooi, ...

ρωσικά
поместье, хозяйство, имущество, признак, собственность, ...

νορβηγικά
kvalitet, eiendom, egenskap, attributt

σουηδικά
gods, egenskap

φινλανδικά
laatu, maat, lavaste, omaisuus, ominaisuus, ...

δανικά
gods, ejendom, egenskab, bondegård

τσεχικά
jmění, vlastnictví, majetek, vlastnost

πολωνικά
mienie, odpowiedniość, posesja, przyzwoitość, majątek, ...

ουγγρικά
birtok, Ingatlan, ingatlaniroda, ingatlanügynökünkkel, ingatlanok

τούρκικα
mülk, nitelik, mal, özellik

ουκρανικά
якості

αλβανικά
pronë

βουλγαρικά
качество, свойство, собственост

λευκορωσικά
добра

εσθονικά
omand, kinnisvara, vara

κροατικά
posjed, imanje, nekretnine, nekretnina, nekretninama

ισλανδικά
eign, fasteign, fé

λατινικά
qualitas, possessio, villa

λιθουανικά
nuosavybė, turtas, požymis, savybė

λετονικά
īpašums, īpašība

σλαβομακεδονικά
имот, недвижности, за недвижности, имотот, имот на

ρουμανικά
proprietate, atribut

σλοβενικά
nepremičnine, posestvo, estate, nepremičninami, posest

σλοβακικά
majetok, majetku, aktíva

Στατιστικά δημοτικότητας: κτήμα

Τυχαίες λέξεις