Λέξη: συγκρούω

Συνώνυμα: συγκρούω

συμπίπτω χρονικώς, συγκρούομαι, παταγώ, διαφωνώ, τρακάρω

Μεταφράσεις: συγκρούω

συγκρούω στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
collide, clash

συγκρούω στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
chocar, choque, enfrentamiento, enfrenta, que enfrenta, conflicto

συγκρούω στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
Zusammenstoß, Konflikt, Zusammenprall, einem Zusammenprall weh

συγκρούω στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
carambolent, carambolons, heurtent, caramboler, heurtons, carambolez, heurter, heurtez, choc, affrontement, conflit, clash, confrontation

συγκρούω στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
scontro, conflitto, scontrano, lo scontro, si scontrano

συγκρούω στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
choque, conflito, confronto, embate, clash

συγκρούω στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
aanrijden, voorrijden, botsing, botsen, conflict, duel, clash

συγκρούω στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
сшибиться, сталкиваться, столкнуться, столкновение, столкновения, конфликт, столкновением, столкновении

συγκρούω στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
clash, sammenstøt, støtet, kampen, av kampen

συγκρούω στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
clash, krock, konflikt, sammandrabbning, drabbning

συγκρούω στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
törmätä, yhteentörmäys, Clash, yhteenotto, yhteentörmäyksen

συγκρούω στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
sammenstød, kampen, fra kampen, sammenstød mellem, sammenstødet

συγκρούω στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
narazit, srážka, střet, střetem, střetnutí, třesknout

συγκρούω στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
zderzać, wpadać, zderzyć, zderzenie, konflikt, kolizja, szczęk, kolidować

συγκρούω στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
összecsapás, összecsapása, összeütközés, összecsapást, összecsapását

συγκρούω στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
çatışma, çatışması, clash, çatışmada, çarpışma

συγκρούω στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
стикатися, зштовхуватися, стикатись, стикніться, зіткнення, сутичка, сутичку

συγκρούω στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
ndeshem, përplasje, përplasja, ndeshje, përleshja, konflikt

συγκρούω στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
схватка, противоречие, сблъсък, сблъсъка, конфликт

συγκρούω στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
сутыкненне, сутыкненьне

συγκρούω στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
kokkupõrge, kokkupõrke, kokkupõrget, kokkupõrkega, clash

συγκρούω στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
sukob, sudar, sraz, sukobila, okršaj

συγκρούω στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
skellur, árekstur, skellur á, Clash

συγκρούω στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
susidurti, susidūrimas, konfliktas, susikirtimas, džerškėjimas, džerškėti

συγκρούω στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
sadursme, konflikts, dārdoņa, nesaskanēt, disharmonēt

συγκρούω στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
судирот, судир, судрија, судри, се судрија

συγκρούω στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
ciocnire, conflict, meciul, confruntare, ciocniri

συγκρούω στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
spopad, srečanju, nasprotje, trk

συγκρούω στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
zrážka, zrážke, zrážky, zrážku, odpočet
Τυχαίες λέξεις