Λέξη: λάσκος

Σχετικές λέξεις: λάσκος

λάσκος αλέξανδρος, λάσκος νυφικά, λάσκος δημήτρης, λάσκοσ ορέστησ, λάσκος φορέματα, λάσκοσ κωνσταντίνοσ, λάσκος στυλιανός, λάσκος παρίσι, λάσκος - σταμάτης, λάσκος χρήστος

Μεταφράσεις: λάσκος

αγγλικά
loose, slack, lax


ισπανικά
flojo, soltar, suelto

γερμανικά
schlupf, befreien, freisetzen, los, erlösen, ...

γαλλικά
flasque, clément, aisé, relâcher, négligent, ...

ιταλικά
rilasciare, floscio, lasciare, allentato, largo, ...

πορτογαλικά
frouxo, laço

ολλανδικά
afhelpen, verlossen, rul, loslaten, bevrijden, ...

ρωσικά
мягкий, небрежный, разгульный, слабый, несильный, ...

νορβηγικά
slakk, løs, slapp, vid

σουηδικά
slapp, slak

φινλανδικά
löysä, veltto, avara, salliva, epävirallinen, ...

δανικά
sid, frigive, løs

τσεχικά
pomalý, pomalu, odchlíplý, volně, mdlý, ...

πολωνικά
niestaranny, sypki, obszerny, opieszały, leniuchować, ...

ουγγρικά
meglazult, dologtalanság, széntörmelék, erkölcstelen, lazsálás, ...

τούρκικα
gevşek

ουκρανικά
недбалий, петлі, люїзит, несильний, розбещений, ...

αλβανικά
çliroj

βουλγαρικά
Laskos

λευκορωσικά
Laskos

εσθονικά
lahtine, avar, lõtk, lahti

κροατικά
utoliti, labav, gasiti, odriješen, zanemariti, ...

ισλανδικά
tapa, slakur, leysa

λιθουανικά
Laskos

λετονικά
atbrīvot

σλαβομακεδονικά
Laskos

ρουμανικά
mlaştină

σλοβενικά
ležérní

σλοβακικά
voľný, nedbalý, laxní, vratký, ležérni

Τυχαίες λέξεις