Λέξη: μάτσο

Σχετικές λέξεις: μάτσο

μάτσο αντρας, μάτσο πίτσου, μάτσο μαν

Μεταφράσεις: μάτσο

αγγλικά
bundle, bunch


ισπανικά
fardel, embalaje, atado, fardo, racimo, ...

γερμανικά
garbe, bund, paket, büschel, anhäufung, ...

γαλλικά
groupe, fagot, colis, ligoter, emballer, ...

ιταλικά
imballaggio, covone, fagotto, mazzetto, mazzo, ...

πορτογαλικά
pacote, grupo

ολλανδικά
verpakking, bundel, garf, pak, pakje, ...

ρωσικά
тюк, букет, узел, пачка, клика, ...

νορβηγικά
pakke, nek, knippe, bylt, bunt

σουηδικά
packe, paket, bunt, knippa, bukett

φινλανδικά
puntti, poppoo, paketti, tukku, pinkka, ...

δανικά
pakke, klynge

τσεχικά
trs, uzel, raneček, sbalit, svazeček, ...

πολωνικά
tobół, węzełek, pęk, tobołek, grupa, ...

ουγγρικά
konda, ércfészek, csokor, boly, batyu

τούρκικα
küme, paket, demet

ουκρανικά
букет, пучок, групувати, гроно, в'язка, ...

αλβανικά
tufë

βουλγαρικά
китка, куп, няколко, букет, връзка

λευκορωσικά
звязка, звязак, вязанка, зьвязка

εσθονικά
pundar, kamp, koondama, kimp

κροατικά
snopić, svežanj, breme, bala, zavežljaj, ...

ισλανδικά
fullt, búnt

λατινικά
fascis

λιθουανικά
pluoštas, ryšulys, pėdas, siuntinys, kekė, ...

λετονικά
paka, ķekars, sūtījums, kūlis, sainis, ...

σλαβομακεδονικά
снопот

ρουμανικά
balot, mănunchi, pachet

σλοβενικά
trs

σλοβακικά
parta, trs, balík

Τυχαίες λέξεις