Λέξη: μάχομαι

Σχετικές λέξεις: μάχομαι

μάχομαι συνωνυμα, μάχομαι αρχικοί χρόνοι

Συνώνυμα: μάχομαι

πολεμώ, μάχομαι, παλεύω, καταπολεμώ, αγωνίζομαι, αντιμάχομαι, διαφιλονικώ, ισχυρίζομαι, υποστηρίζω

Μεταφράσεις: μάχομαι

αγγλικά
fight


ισπανικά
batallar, pelear, luchar, pelea, lidiar, ...

γερμανικά
streit, konkurrenzfähigkeit, schlacht, wehren, ringen, ...

γαλλικά
bataille, combat, combattant, jouter, compétitivité, ...

ιταλικά
litigare, lottare, tenzone, battaglia, combattimento, ...

πορτογαλικά
lidar, pelejar, luta, figueira, pugnar, ...

ολλανδικά
bestrijden, treffen, gevecht, slag, strijden, ...

ρωσικά
спор, рубиться, конкурентоспособность, схватка, грызня, ...

νορβηγικά
slagsmål, stride, slag

σουηδικά
strid, slag, strida, slagsmål, slåss

φινλανδικά
ottelu, kilvoitella, kamppailla, tapella, otella, ...

δανικά
slås, stride, slagsmål, slag, kamp, ...

τσεχικά
pračka, bojovat, pranice, spor, potírat, ...

πολωνικά
tępienie, bić, borykanie, bójka, bitwa, ...

ουγγρικά
harcképesség, küzdelem

τούρκικα
savaş, savaşmak, muharebe

ουκρανικά
боротьба, боротьби

αλβανικά
luftoj, lufta

βουλγαρικά
сражение

λευκορωσικά
барацьба, дужанне, змаганне, борьба

εσθονικά
võitlus, võitlema

κροατικά
borbe, svađa, tučnjava, suzbijati

ισλανδικά
bardagi, sviptingar, deila

λατινικά
certo, pugna

λιθουανικά
kautis, kova, mūšis, kovoti, grumtis, ...

λετονικά
karot, kautiņš, kauties, kauja, cīņa

σλαβομακεδονικά
битката

ρουμανικά
luptă, bătălie, lupt

σλοβενικά
spor, bojevat

σλοβακικά
bojovať, spor, boj

Τυχαίες λέξεις