Λέξη: μεταχειρίζομαι

Σχετικές λέξεις: μεταχειρίζομαι

μεταχειρίζομαι συνώνυμα, μεταχειρίζομαι συνώνυμο

Συνώνυμα: μεταχειρίζομαι

κερνώ, τρατάρω, μεταχειρίζομαι, θεραπεύω, διαπραγματεύομαι, περιποιούμαι, συμπεριφέρομαι, λειτουργώ, καταφέρω, μοιράζω, κάνω χρήση, συνηθίζω, χρησιμοποιώ, απασχολώ, εκμισθώνω, προσλαμβάνω, ασκώ, προσπαθώ, καταβάλλω δυνάμεις

Μεταφράσεις: μεταχειρίζομαι

αγγλικά
treat, handle


ισπανικά
manejar, dirigir, curar, asa, mástil, ...

γερμανικά
griff, handgriff, bedienen, leckerbissen, behandeln, ...

γαλλικά
régal, traitez, palper, maniez, patiner, ...

ιταλικά
dirigere, trattare, governare, amministrare, maneggiare, ...

πορτογαλικά
tratar, tesouro, agenciar, manusear, dirigir, ...

ολλανδικά
beheren, klink, richten, besturen, hengsel, ...

ρωσικά
относиться, договариваться, обделывать, вести, удовольствие, ...

νορβηγικά
behandle, skaft, lede, hank, håndtere, ...

σουηδικά
hantera, skaft, handha, förvalta, manövrera, ...

φινλανδικά
kestitä, pidellä, kohdella, johtaa, kertoa, ...

δανικά
behandle, håndtag, hank, skaft

τσεχικά
ovládat, ošetřit, požitek, pojednávat, projednávat, ...

πολωνικά
rękojeść, rączka, pogróżka, kierować, oczyszczać, ...

ουγγρικά
ürügy, forgattyú, rúd

τούρκικα
ellemek, kulp, sap

ουκρανικά
ставитися, опрацьовувати, лікувати, вістки, поводитися, ...

αλβανικά
përpunoj, administroj, gostis, dorezë, mjekoj

βουλγαρικά
лечение, лечение на, отнасяме, третира, лекува

λευκορωσικά
лячыць, лекаваць

εσθονικά
kostitama, käsitsema, käsitlema, käepide, kohtlema

κροατικά
raspravljati, tretirati, drška, obrađivati, upravljati, ...

ισλανδικά
skaft, eyra, handfang

λατινικά
capulus, tracto

λιθουανικά
rankena, gydyti

λετονικά
ārstēt, rokturis, kāts, spals, sagatavot, ...

σλαβομακεδονικά
лекување, лекување на, се третираат, третираат, лекуваат

ρουμανικά
trata, mâner

σλοβενικά
zdravljenje, zdraviti, obravnavajo, obravnava, obravnavati

σλοβακικά
držadlo, spravovať

Τυχαίες λέξεις