Λέξη: οικογένεια

Σχετικές λέξεις: οικογένεια

οικογένεια ορισμός, οικογένεια μίλερ online filmer, οικογένεια σοφιανού, οικογένεια λέξεων, οικογένεια βλάπτει, οικογένεια και παιδί, οικογένεια της συμφοράς, οικογένεια καράμπελα, οικογένεια μπέκα - βουβαλινά προϊόντα, οικογένεια χωραφά, οικογένεια μίλερ

Συνώνυμα: οικογένεια

οικογένεια, σόι, γένος, φυλή, σωι, νοικοκυριό, οικοκυριό, σπιτικό, συγγενείς, συγγενής, συγγένεια, συγγενολόι

Μεταφράσεις: οικογένεια

αγγλικά
household, family, pedigree


ισπανικά
casa, linaje, genealogía, familia, casero, ...

γερμανικά
stammbaum, verwandtschaft, geschlecht, abstammung, haushalt, ...

γαλλικά
ménager, pedigree, provenance, maisonnée, maison, ...

ιταλικά
famiglia, familiare, discendenza

πορτογαλικά
família, glória, categoria, fama

ολλανδικά
huishouding, geboorte, huis, huishouden, geslacht, ...

ρωσικά
племя, хозяйство, семейство, семья, ферма, ...

νορβηγικά
familie, husholdning, slekt, stamtavle

σουηδικά
familj, börd, härkomst, släkt

φινλανδικά
huonekunta, sukulainen, suku, talonväki, heimo, ...

δανικά
familie, blod, husstand

τσεχικά
dům, rod, rodina, domácí, příbuzenstvo, ...

πολωνικά
domostwo, familia, dreszczowiec, gospodarstwo, rodowód, ...

ουγγρικά
házi, család

τούρκικα
sınıf, kategori, nesil, soy, aile

ουκρανικά
пологовий, сім'я, родовід, родина, рід, ...

αλβανικά
asteraceae, familje

βουλγαρικά
семейство, домакинство, смеся

λευκορωσικά
сям'я

εσθονικά
majapidamine, sugupuu, suguvõsa, pere, perekond

κροατικά
kućni, porijeklo, rodoslov, obiteljskih, etimologija, ...

ισλανδικά
bú, fjölskylda

λατινικά
domus, familia

λιθουανικά
kategorija, kilmė, giminė, šeima, šeimyna, ...

λετονικά
kategorija, priekšteči, izcelsme, ģimene, dzimta, ...

σλαβομακεδονικά
семејството

ρουμανικά
origine, categorie, familie

σλοβενικά
družina, rodbina

σλοβακικά
rodina, domácnosť, plemenný

Στατιστικά δημοτικότητας: οικογένεια

Τυχαίες λέξεις