Λέξη: πύργος

Σχετικές λέξεις: πύργος

πύργος μαυρομιχάλη, πύργος απόλλων, πύργος πειραιά, πύργος βασιλίσσης, πύργος πετρέζα, πύργος της πίζας, πύργος ηλείας, πύργος αθηνών, πύργος του λονδίνου, πύργος του άιφελ, λευκός πύργος, πύργος πίζας, πύργος του ντάουντον

Συνώνυμα: πύργος

πύργος, ρυμουλκός

Μεταφράσεις: πύργος

αγγλικά
rook, tower


ισπανικά
torre, columna, grajo, pilar

γερμανικά
säule, gauner, schleppdampfer, saatkrähe, betrügen, ...

γαλλικά
colonne, pilier, frauder, bastille, fourber, ...

ιταλικά
pilastro, colonna, torrione, torre, abbindolare, ...

πορτογαλικά
torre, toalha, roque

ολλανδικά
kolom, toren, pilaar, colonne, steunpilaar, ...

ρωσικά
обдирать, мачта, громоздиться, мошенник, бурлак, ...

νορβηγικά
tårn, søyle

σουηδικά
torn, pelare

φινλανδικά
huijata, huiputtaa, hinaaja, torni, pylväs

δανικά
tårn

τσεχικά
pevnost, oklamat, obrat, sloup, okrást, ...

πολωνικά
wieża, oszust, oszukiwać, wzniesienie, szuler, ...

ουγγρικά
bástya, torony

τούρκικα
direk, sütun, kule

ουκρανικά
височіти, башта, шахрай, бурлака, обдирати, ...

αλβανικά
kullë

βουλγαρικά
мошеник

λευκορωσικά
вежа, башня

εσθονικά
kõrguma, torn, tüssama, sohimängija, vanker

κροατικά
kula, tvrđava, vrana, varalica, kuli, ...

ισλανδικά
gnæfa

λιθουανικά
bokštas

λετονικά
tornis

σλαβομακεδονικά
кулата

ρουμανικά
turn, coloană

σλοβενικά
stolpec, stolp

σλοβακικά
veža

Στατιστικά δημοτικότητας: πύργος

Τυχαίες λέξεις