Λέξη: ρεύμα

Σχετικές λέξεις: ρεύμα

ρεύμα ανατροπής χαλκίδα, ρεύμα ανατροπής, ρεύμα χωρίς δεη, ρεύμα ζεύξης, ρεύμα νέων σοσιαλιστών, ρεύμα βραχυκύκλωσης, ρεύμα 1, ρεύμα κόρου, ρεύμα του κόλπου, ρεύμα πολιτών εορδαίας, νυχτερινό ρεύμα, ηλεκτρικό ρεύμα, δεη νυχτερινό ρεύμα

Συνώνυμα: ρεύμα

ξήλωμα, κύμα, σωρός, τάση, ρέμα, ρεματιά, χείμαρρος, ποταμός, ρους

Μεταφράσεις: ρεύμα

ρεύμα στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
current, creek, stream, power, stream of, flow

ρεύμα στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
ensenada, arroyo, corriente, actual, contemporáneo, actuales, de corriente, corriente de

ρεύμα στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
flüsschen, laufend, aktuell, lauf, momentan, bach, strömung, gängig, geläufig, gegenwärtig, strom, Strom, aktuellen, aktuelle

ρεύμα στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
présent, courant, baie, jet, course, flot, ruisseau, cours, contemporain, actuel, flux, actuelle, en cours

ρεύμα στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
ruscello, presente, attuale, flusso, corrente, profluvio, corrente di, di corrente, correnti

ρεύμα στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
regatos, ribeiro, vigente, corrente, fluxo, actual, atual, atuais, de corrente

ρεύμα στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
kreek, tegenwoordig, beek, stroom, actueel, loop, huidig, stroming, courant, huidige, actuele

ρεύμα στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
приток, река, направление, лукоморье, ход, затон, бухта, бухточка, поток, согласный, общеупотребительный, течение, ток, порядковый, струя, заводь, тока, текущий, текущая, текущее

ρεύμα στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
elv, gangbar, strøm, aktuell, inneværende, bekk, nåværende, gjeldende, dagens

ρεύμα στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
nuvarande, bäck, vik, ström, aktuella, aktuell

ρεύμα στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
virta, puro, nykyinen, moderni, sähkövirta, lahti, ajautua, virtaus, nykyisen, nykyiseen, nykyistä, nykyiset

ρεύμα στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
nærværende, bæk, strøm, nuværende, aktuelle, gældende, løbende

ρεύμα στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
nynější, běh, proud, aktuální, současný, obvyklý, záliv, zátoka, potok, proudu, současná

ρεύμα στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
strumień, prądowy, elektryczny, dotychczasowy, bieg, obecny, bieżący, współczesny, potok, prąd, nurt, zatoczka, potoczny, aktualny, zatoka, obiegowy, prądu

ρεύμα στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
közhasználatú, jelenlegi, aktuális, folyó, áram, a jelenlegi

ρεύμα στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
akım, akıntı, çay, ırmak, mevcut, geçerli, güncel, cari

ρεύμα στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
чинний, згідний, заливши, струм, затоку, затока, бухта, течія, поточна, поточний, ток

ρεύμα στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
rryma, aktual, i tanishëm, aktuale, tanishme, e tanishme

ρεύμα στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
ручей, залив, ток, текущ, текущата, настоящата, текущия

ρεύμα στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
ток

ρεύμα στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
kulg, nüüdne, vool, jõesuue, oja, praegune, praeguse, praegust, praeguste, praegused

ρεύμα στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
draga, efektiva, struja, Trenutna, Trenutni, struje, trenutne

ρεύμα στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
núverandi, Current, nú, straumur, Núgild

ρεύμα στα λατινικά

Λεξικό:
λατινικά
Μεταφράσεις:
amnis

ρεύμα στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
upokšnis, upelis, srautas, dabartinis, dabartinė, dabartinės, srovė, srovės

ρεύμα στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
upīte, strāva, straume, strauts, pašreizējais, pašreizējo, pašreizējā, strāvas

ρεύμα στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
тековната, сегашната, тековните, сегашните, сегашниот

ρεύμα στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
curent, pârâu, actual, actuală, curentă, curente

ρεύμα στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
záliv, zátoka, potok, tok, sedanji, trenutna, sedanja, trenutni

ρεύμα στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
obvyklý, záliv, potok, zátoka, prúd, prúdu, prúdom

Στατιστικά δημοτικότητας: ρεύμα

Τυχαίες λέξεις