Λέξη: στυφός

Συνώνυμα: στυφός

δριμύς, στυφός, ξυνός

Μεταφράσεις: στυφός

αγγλικά
acerbic, tart, acrid


ισπανικά
agrio, acre

γερμανικά
törtchen, obsttörtchen, torte, obstkuchen, schlampe, ...

γαλλικά
mordant, affilé, acerbe, biliaire, rude, ...

ιταλικά
acido, acre

πορτογαλικά
prostituta

ολλανδικά
zuur, snol

ρωσικά
грубый, неприятный, раздражающий, едкий, резкий, ...

νορβηγικά
besk

σουηδικά
bitter, fräna, frän, syrlig, acrid

φινλανδικά
karvas, katutyttö, terävä, kirpeä

δανικά
sur

τσεχικά
trpký, štiplavý, ostrý, koláč, kousavý, ...

πολωνικά
kwaskowaty, ciastko, zgorzkniały, żwawy, tort, ...

ουγγρικά
utcalány, gyümölcslepény

τούρκικα
orospu, fahişe

ουκρανικά
брутальний, дратуючий, уїдливий, терпкий, дратівний, ...

αλβανικά
djegës, hidhur, i hidhur, i hidhët, hidhët

βουλγαρικά
парлив, остър, парлива, жлъчен, задушлив

λευκορωσικά
з'едлівы, едкі, зьедлівы, ядавіты

εσθονικά
kibe, terav, lõikav, libu, salvav, ...

κροατικά
kolač, kiseo, nadražujući, zajedljiv, opor, ...

ισλανδικά
acrid

λιθουανικά
kandus, aitrus, aštrus, Dębak, erzinantis

λετονικά
prostitūta

σλαβομακεδονικά
горливи, acrid

ρουμανικά
prostituată

σλοβενικά
koláč, pita

σλοβακικά
trpký, koláč

Τυχαίες λέξεις