Λέξη: συμπαράσταση

Σχετικές λέξεις: συμπαράσταση

συμπαράσταση στην ερτ, συμπαράσταση συνώνυμα, συμπαράσταση στην δυτική αθήνα, συμπαράσταση γνωμικά, συμπαράσταση στους έλληνες, συμπαράσταση στον ελληνικό λαό, συμπαράσταση στα αγγλικά, συμπαράσταση στην ελλάδα, συμπαράσταση στο πένθος, συμπαράσταση σε πένθος, δικαστική συμπαράσταση

Συνώνυμα: συμπαράσταση

υποστήριξη, επιδότηση, συμπαράσταση, συντήρηση, υποστήριγμα

Μεταφράσεις: συμπαράσταση

αγγλικά
support, backing


ισπανικά
secundar, respaldo, sostener, sustentar, soportar, ...

γερμανικά
vertragen, lebensunterhalt, broterwerb, bestätigen, hilfe, ...

γαλλικά
soutenez, appuyez, ravitaillement, nourriture, soutenir, ...

ιταλικά
puntello, puntellare, sostenere, aiuto, sostegno, ...

πορτογαλικά
reclinar, sustentar, fonte, fornecer, apoiar, ...

ολλανδικά
ondersteunen, stutten, leven, ondersteuning, volhouden, ...

ρωσικά
индоссамент, поддерживать, штатив, поддержать, бандаж, ...

νορβηγικά
støtte

σουηδικά
understödja, understöd, stöd, uppehålla

φινλανδικά
elatus, tausta, tuki, apu, kantaa, ...

δανικά
støtte, underhold

τσεχικά
pomoc, živit, podložit, vydržovat, opora, ...

πολωνικά
wypełnianie, utrzymywanie, odkrywać, wpierać, podstawka, ...

ουγγρικά
pártfogás, támogatók, eltartás, talpazat, oszlop

τούρκικα
yardım, geçim

ουκρανικά
підкладка, піддержувати, спинка, підтримання, забезпечення, ...

αλβανικά
mbështetje, përkrahje, mbështetja, përkrahja, mbështetja e

βουλγαρικά
поддръжка

λευκορωσικά
страва, харч, пажытак, спажыва, харчаванне, ...

εσθονικά
tugi, toetus

κροατικά
podršci, podloga, vraćanje, potpora, podmetač, ...

ισλανδικά
fylgja, styðja, fylgi

λατινικά
subsidium, foveo

λιθουανικά
atrama, parama, pragyvenimas, rėmimas

λετονικά
iztika, uzturs, atbalstīt

σλαβομακεδονικά
поддршка, за поддршка, помош, поддршка на, поддршката

ρουμανικά
trai, sprijin, sprijini

σλοβενικά
opora, nosník, podpora

σλοβακικά
opora, nosník, podpora

Στατιστικά δημοτικότητας: συμπαράσταση

Τυχαίες λέξεις