Λέξη: ταχυδρομικός

Σχετικές λέξεις: ταχυδρομικός

ταχυδρομικός κώδικας σερρών, ταχυδρομικός κώδικας ξάνθης, ταχυδρομικός κώδικας, ταχυδρομικός κώδικας πατρα, ταχυδρομικός κώδικας αλεξανδρούπολης, ταχυδρομικός κώδικας κυπρου, ταχυδρομικός κώδικας θεσσαλονίκη κέντρο, ταχυδρομικός κώδικας ιωαννίνων, ταχυδρομικός κώδικας βόλου, ταχυδρομικός κώδικας ηρακλείου κρήτης, ταχυδρομικός κωδικας

Μεταφράσεις: ταχυδρομικός

ταχυδρομικός στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
postal, ZIP

ταχυδρομικός στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
postal, Postal de, postales, Postal de EE.UU., correos

ταχυδρομικός στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
postalisch, Post-, Post

ταχυδρομικός στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
postal, Code postal, postale, entier postal, entier

ταχυδρομικός στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
postale, Postal, postali, ordinaria, posta

ταχυδρομικός στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
postal, Postal dos, postais, correios, correio

ταχυδρομικός στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
post-, post, post te, posterijen, postal

ταχυδρομικός στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
почтовый, Почтовая, почтовой, почтовых, почтовому

ταχυδρομικός στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
postal, post, postgangen, postvesenet, post-

ταχυδρομικός στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
post, postal, Postadress, post-

ταχυδρομικός στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
posti-, Postal, postipalvelujen, postin, postialan

ταχυδρομικός στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
postal, posttjenester, post-, postvæsenet, postforsendelser

ταχυδρομικός στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
poštovní, Postal, poštovních, pošta, poštovního

ταχυδρομικός στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
pocztowy, pocztowej, pocztowym, postal, polowa

ταχυδρομικός στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
postai, a postai, posta

ταχυδρομικός στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
posta, Postal, posta ile, bir posta

ταχυδρομικός στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
поштовий, поштову, поштова

ταχυδρομικός στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
postar, postare, postal, postave, i postave

ταχυδρομικός στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
пощенски, пощенска, пощенския, пощенската, пощата

ταχυδρομικός στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
паштовы, Месцазнаходжанне

ταχυδρομικός στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
posti-, Postal, postiteenuste, postiteenuse, postiteenused

ταχυδρομικός στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
poštanskim, poštanskih, poštanski, Postal, poštanska, poštanske

ταχυδρομικός στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
pósti, í pósti, póstþjónustu, hvert póstfang hans, póstfang hans

ταχυδρομικός στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
pašto, Postal, pašto paslaugų

ταχυδρομικός στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
pasta, Postal, pasta pakalpojumu, pasts

ταχυδρομικός στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
поштенските, поштенскиот, на поштенските, поштенската, поштенски

ταχυδρομικός στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
poștal, Postal, poștale, poștală, abreviere Postal

ταχυδρομικός στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
poštna, poštne, poštni, poštno, poštnih

ταχυδρομικός στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
poštovní, poštové, poštovú, poštovej, poštová, poštových

Στατιστικά δημοτικότητας: ταχυδρομικός

Τυχαίες λέξεις