Λέξη: εγκαρτέρηση

Σχετικές λέξεις: εγκαρτέρηση

εγκαρτέρηση συνώνυμα

Συνώνυμα: εγκαρτέρηση

επιμονή, εμμονή, εγκαρτέρηση, παραίτηση, υπόκυψη, υποταγή

Μεταφράσεις: εγκαρτέρηση

αγγλικά
resignation


ισπανικά
resignación, renuncia, dimisión

γερμανικά
abschiedsgesuch, rücktritt, resignation

γαλλικά
renonciation, démission, abandonnement, traînée, résignation, ...

ιταλικά
dimissioni, rassegnazione

πορτογαλικά
renunciar, renuncie, renúncia, resignar

ολλανδικά
gelatenheid, berusting

ρωσικά
уход, смирение, отставка, покорность

νορβηγικά
utholdenhet, standhaftighet, utholdenhet til

σουηδικά
avskedsansökan

φινλανδικά
alistuminen, ero, virkaero

δανικά
udholdenhed, vedholdenhed, ihærdighed, vedholdende

τσεχικά
odevzdanost, rezignace, odstoupení

πολωνικά
ustąpienie, zrzeczenie, dymisja, wycofanie, rezygnacja

ουγγρικά
lemondólevél

τούρκικα
azim, sebat, azimle, azmi, azimleri

ουκρανικά
поступатись, складати, скорятися, підкорюватися

αλβανικά
lirim

βουλγαρικά
постоянство, упоритост, постоянството, неуморно постоянство, упорство

λευκορωσικά
настойлівасць, настойлівасьць

εσθονικά
sihikindlus, visadust, visadus, sihikindlust, järjekindlust

κροατικά
ustrajnost, upornost, ustrajnosti, upornosti, ustrajnošću

ισλανδικά
þrautseigju, þolgæði, þrautseigja, þolgæðinu

λιθουανικά
atkaklumas, atkaklumo, atkaklumą, ištvermės, ištvermingumas

λετονικά
neatlaidība, neatlaidību, izturība, neatlaidības

σλαβομακεδονικά
упорност, истрајност, истрајноста, упорноста, издржливост

ρουμανικά
perseverență, perseverenta, perseverența, perseverenței, stăruința

σλοβενικά
vztrajnost, vztrajnostjo, vztrajnosti, vztrajanje

σλοβακικά
vytrvalosť, trpezlivosť, vytrvalosti

Τυχαίες λέξεις