Λέξη: αμβλύς

Σχετικές λέξεις: αμβλύς

αμβλύς πόνος, αμβλύς συνώνυμα, αμβλύς κλίση, αμβλύς ετυμολογια, αμβλύς σημασια

Συνώνυμα: αμβλύς

πληκτικός, ανιαρός, ηλίθιος, επίπεδα, ισόπεδος, σιμός, επίπεδος, ανούσιος, απότομος, κουτός, αμβλύνους, άσκοπος, χωρίς σκορ, μάταιος

Μεταφράσεις: αμβλύς

αμβλύς στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
blunt, dull, pointless, obtuse, a dull

αμβλύς στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
obtuso, embotar, despuntar, embotado, aburrido, sordo, mate, apagado

αμβλύς στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
stumpf, offenherzig, schonungslos, ehrlich, abstumpfen, abgestumpft, aufrichtig, ungehobelt, freimütig, offen, matt, trübe, dumpf, trüb

αμβλύς στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
brut, carré, franc, épointer, obtus, grossier, émousser, loyal, ingénu, stupide, candide, brutal, brusque, émoussé, rude, sincère, terne, mat, ternes, ennuyeux, sourd

αμβλύς στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
spuntato, ottundere, smussare, sordo, noioso, opaco, ottuso, spento

αμβλύς στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
despontar, obtuso, embotar, aborrecido, enfadonho, baço, entorpecer

αμβλύς στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
oprecht, stomp, bot, eerlijk, saai, dof, doffe, mat, dull

αμβλύς στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
тупоконечный, затуплять, тупить, искренний, притупить, притуплять, тупой, резкий, непонятливый, грубоватый, откровенный, грубый, иступить, затупить, туповатый, скучно, скучным, скучной, тупая

αμβλύς στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
sløv, kjedelig, matt, kjedelige, matte

αμβλύς στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
slö, avtrubba, tvär, matt, tråkig, tråkigt, trist, tråkiga

αμβλύς στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
avoin, juro, tyly, suora, tylppä, tylsä, suorapuheinen, tylsää, tylsiä, himmeä, dull

αμβλύς στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
kedelig, kedeligt, kedelige, matte, tørre

αμβλύς στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
ztupit, upřímný, hrubý, tupý, otupený, otevřený, nechápavý, otupit, matný, nudný, fádní, jednotvárný

αμβλύς στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
dosadny, bezceremonialny, prosty, stępiać, szorstki, tępy, przytępiony, nieostry, stępić, nudny, matowy, nieciekawy, głuchy

αμβλύς στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
pénzmag, legömbölyített, unalmas, tompa, matt, fakó, fénytelen

αμβλύς στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
dürüst, içten, açık, donuk, sıkıcı, mat, sönük, sıkıcı bir

αμβλύς στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
різкий, брутальний, тупий, грубий, тупою, тупої, тупой, тупим

αμβλύς στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
e shurdhër, shurdhër, të shurdhër, mërzitshëm, i mërzitshëm

αμβλύς στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
тъп, скучен, скучна, тъпа, матово

αμβλύς στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
квадратны, тупы, тупой, тупым

αμβλύς στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
pläru, nürima, tömp, tuim, igav, tuhm, nüri, tuhmiks

αμβλύς στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
otupljen, glup, dosadno, dosadan, tupa, dosadna

αμβλύς στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
bitlaus, daufa, illa, sljór, leiðinleg, leiðinlegur

αμβλύς στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
atšipęs, bukas, nuobodus, niūrus, pilkas

αμβλύς στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
truls, garlaicīgs, blāvi, trulas, nespodri

αμβλύς στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
досадна, здодевен, тапа, тупи, тап

αμβλύς στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
plictisitor, plicticos, mat, monoton, tocit

αμβλύς στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
olupit, dolgočasno, dolgočasne, dolgočasna, pusta, mat

αμβλύς στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
tupý, otupený, matný, matné
Τυχαίες λέξεις