Λέξη: βαμβάκι

Σχετικές λέξεις: βαμβάκι

βαμβάκι περκάλι, βαμβάκι χαλάνδρι, βαμβάκι στην ελιά, βαμβάκι τιμή, βαμβάκι 2012, βαμβάκι καλλιέργεια, βαμβάκι ιδιότητεσ, βαμβάκι φυτό, βαμβάκι πενιέ, βαμβάκι ονειροκρίτης

Συνώνυμα: βαμβάκι

βαμβάκι, βάμβαξ, μπαμπάκι

Μεταφράσεις: βαμβάκι

αγγλικά
cotton


ισπανικά
algodón

γερμανικά
baumwolle, garn, nähfaden

γαλλικά
coton, cotonnier

ιταλικά
cotone

πορτογαλικά
algodão

ολλανδικά
katoen

ρωσικά
вата, хлопок, нить, хлопчатник, нитка

νορβηγικά
bomull

σουηδικά
bomull

φινλανδικά
puuvilla, vanu, pumpuli

δανικά
bomuld

τσεχικά
bavlna, bavlník

πολωνικά
bawełna, wata

ουγγρικά
vatta, gyapot

τούρκικα
pamuk

ουκρανικά
вата, полюбити, покохати, бавовну, бавовник

αλβανικά
pambuk

βουλγαρικά
памук

λευκορωσικά
бавоўна, бавоўну, хлопок, воплеск, бавоўны

εσθονικά
vatt, puuvill

κροατικά
pamučnoj, pamuk, pamučan, pamuka

ισλανδικά
baðmull

λιθουανικά
medvilnė

λετονικά
kokvilna

σλαβομακεδονικά
памукот

ρουμανικά
bumbac

σλοβενικά
bombaž

σλοβακικά
bavlna

Τυχαίες λέξεις