Λέξη: βλήμα

Σχετικές λέξεις: βλήμα

βλήμα ετυμολογία, τροχιοδεικτικό βλήμα, βλήμα cruise υψηλών επιδόσεων πέτυχε να κατασκευάσει η ελληνική βιομηχανία, βλήμα meteor, είσαι βλήμα, βλήμα slang, βλήμα cruise, βλήμα συνωνυμο, βλήμα στα αγγλικά

Συνώνυμα: βλήμα

εκμαγείο, ιδιάζο χαρακτηριστικό, καλούπι, μήτρα, πρόσωπα δράματος, πύραυλος, σφαίρα

Μεταφράσεις: βλήμα

βλήμα στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
projectile, missile, bullet, a projectile, shell

βλήμα στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
proyectil, proyectiles, proyectil de, del proyectil, de proyectil

βλήμα στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
projektil, Geschoss, Projektil, Projektils, Geschosses, Geschoß

βλήμα στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
balle, fusée, trait, projectile, engin, projectiles

βλήμα στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
proiettile, proiettili, a proiettili, del proiettile, un proiettile

βλήμα στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
projétil, projéctil, projectile, projéteis, projécteis

βλήμα στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
projectiel, projectielen, projectile, een projectiel, het projectiel

βλήμα στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
снаряд, снаряда, снарядом, снарядов, снар

βλήμα στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
prosjektil, prosjektilet, prosjektilets, projectile

βλήμα στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
projektil, projektilen, projektilens

βλήμα στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
ammus, ammuksen, ammusta, projektiili, ammuksesta

βλήμα στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
raket, projektil, projektilet, projektilets, et projektil

βλήμα στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
raketa, náboj, střela, projektil, projectile, projektilu, projektilem

βλήμα στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
balistyczny, pocisk, wyrzutowy, pocisku, projectile, pociskami, pocisków

βλήμα στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
hajító, lövedék, lövedéket, lövedékek, lövedéknek

βλήμα στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
mermi, merminin, projectile, roket, projektil

βλήμα στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
проектується, снаряд, ядро

βλήμα στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
predhë, projektil, predhën, projektili, të predhës

βλήμα στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
снаряд, ракета, снаряда, граната, метателно

βλήμα στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
снарад

βλήμα στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
mürsk, mürsu, lendkehi, lendkeha, lendkehast

βλήμα στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
projektil, projektila, zrna, klin, projektil se

βλήμα στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
projectile

βλήμα στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
raketa, sviedinys, kulka, Sviedžiamasis, mėtomasis, Reaktyvumo Sviedinys

βλήμα στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
raķete, šāviņš, lode, lādiņu, Lodēm, lādiņš

βλήμα στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
проектилот, проектил, проектили, на проектилот, проектил што

βλήμα στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
proiectil, rachetă, proiectile, proiectilului, un proiectil, proiectilul

βλήμα στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
projektil, izstrelek, projektila, izstrelka, za projektil

βλήμα στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
strela, projektil, projektil uvádza, je projektil
Τυχαίες λέξεις