Λέξη: διαδραματίζω

Σχετικές λέξεις: διαδραματίζω

διαδραματίζω ορισμός, διαδραματίζω προταση, διαδραματίζω βικιλεξικο, διαδραματίζω αγγλικά, διαδραματίζω ρόλο, διαδραματίζω συνώνυμο

Μεταφράσεις: διαδραματίζω

αγγλικά
happen


ισπανικά
llegar, ocurrir, acaecer, suceder, pasar, ...

γερμανικά
stattfinden, passieren, geschehen

γαλλικά
devenir, arriver, venir, advenir, intervenir

ιταλικά
cogliere, accadere, passare, succedere

πορτογαλικά
vir, advir, pender, incidir, acontecer, ...

ολλανδικά
toegaan, gebeuren

ρωσικά
быть, оказываться, выдаваться, произойти, стрястись, ...

νορβηγικά
skje

σουηδικά
inträffa, ske

φινλανδικά
sattua, tapahtua, esiintyä, tavata, törmätä, ...

δανικά
ske

τσεχικά
docházet, nastat, přihodit

πολωνικά
przydarzać, zdarzać, przydarzyć, zaistnieć, natrafić, ...

ουγγρικά
játék, játszani, játszanak, játszodjunk az, játszik

τούρκικα
olmak

ουκρανικά
зустрінути, виявлятись, статися, бувати, зустріти

αλβανικά
ndodh

βουλγαρικά
играя, свиря, играе, играят, играете

λευκορωσικά
прыстань, прыходзiць, адбыцца

εσθονικά
toimuma, juhtuma

κροατικά
igrati, igrati s, igra, igraju, reproducirati

ισλανδικά
verða, henda

λατινικά
evenio

λιθουανικά
žaisti, atlikti, sužaisti, vaidinti, vaidina

λετονικά
notikt

σλαβομακεδονικά
игра, играат, да игра, се игра, да играат

ρουμανικά
joacă, juca, joace, joci, juca un

σλοβενικά
nastat

σλοβακικά
hrať, zohrávať

Τυχαίες λέξεις