Λέξη: εμπειρία

Σχετικές λέξεις: εμπειρία

εμπειρία εκδοτική, εμπειρία ζωής, εμπειρία ετυμολογία, εμπειρία και εκπαίδευση dewey, εμπειρία συνώνυμα, εμπειρία αγγλικά, εμπειρία βικιλεξικο, εμπειρία πελάτη, εμπειρία αποφθέγματα, εμπειρία ορισμός

Συνώνυμα: εμπειρία

εμπειρία, πείρα, πρακτική, ειδικότητα, ειδικότης, δεξιότητα, δεξιότης

Μεταφράσεις: εμπειρία

αγγλικά
experience


ισπανικά
experiencia, sufrir, experimentar, sentir

γερμανικά
spüren, erfahrungswerte, fühlen, sachkenntnis, routine, ...

γαλλικά
sentir, expérimenter, acquis, pratique, ressentir, ...

ιταλικά
esperienza, provare, sentire, pratica

πορτογαλικά
experimentar, apalpar, ta tear, caro, sentir, ...

ολλανδικά
belevenis, bevoelen, betasten, ondervinding, aanvoelen, ...

ρωσικά
опыт, изведать, навык, опытность, испытывать, ...

νορβηγικά
erfaring, føle

σουηδικά
erfarenhet, vana, upplevelse

φινλανδικά
kokea, kokemus, koeta, koetella, tottumus, ...

δανικά
oplevelse, mærke, erfaring, føle

τσεχικά
pocítit, zkušenost, cítit, zkusit, vyzkoušet, ...

πολωνικά
doświadczać, praktyka, przeżywać, przezywać, przeżycie, ...

ουγγρικά
élmény, tapasztalat

τούρκικα
hissetmek, duymak, deney, tecrübe

ουκρανικά
зазнати, випробовувати, зазнавати, випробувати

αλβανικά
përvojë, eksperiencë, përvoja, eksperienca, përvojë e

βουλγαρικά
опит, опита, преживяване, опитът

λευκορωσικά
вопыт, досвед, досьвед

εσθονικά
kogemus, läbielamus, kogema

κροατικά
iskusiti, iskustvo, doživjeti, probati

ισλανδικά
reynsla, reynd

λατινικά
usus

λιθουανικά
patirtis, patirtį, patirties, patirtimi

λετονικά
izjust, pieredze

σλαβομακεδονικά
искуство, искуството, искуства, искуство во

ρουμανικά
experiență, experienta, experiența, experienței, experiență de

σλοβενικά
okusit, izkušnja, prožít

σλοβακικά
zážitok

Στατιστικά δημοτικότητας: εμπειρία

Τυχαίες λέξεις