Λέξη: εργολάβος

Σχετικές λέξεις: εργολάβος

εργολάβος μου πρότεινε μίζα και του έσπασα τα μούτρα, εργολάβος οικοδομών, εργολάβοσ σπύροσ, εργολάβοσ κηδειών, εργολάβος θερμίδες, εργολάβος ορισμός, εργολάβος γλυκό, εργολάβος δεη, εργολάβος δημοσίων έργων, εργολάβος γλυκό θερμίδες

Συνώνυμα: εργολάβος

εργολάβος, ανάδοχος έργου, κατασκευαστής, οικοδόμος, κτίστης

Μεταφράσεις: εργολάβος

αγγλικά
contractor


ισπανικά
contratista

γερμανικά
auftragnehmer

γαλλικά
approvisionneur, fournisseur, contractant, entrepreneur, pourvoyeur

ιταλικά
appaltatore, imprenditore, contraente, Imprese, contractor

πορτογαλικά
contratante

ολλανδικά
aannemer, bouwondernemer

ρωσικά
поставщик, снабженец, подрядчик, подстрочник, предприниматель

νορβηγικά
entreprenør, entreprenøren, kontraktør, leverandørenes

σουηδικά
entreprenör, entreprenören, uppdragstagaren, uppdragstag

φινλανδικά
rakennusurakoitsija, urakoitsija

δανικά
kontrahent, entreprenør, kontrahenten, entreprenøren, entreprenørens

τσεχικά
dodavatel, kontrahent, podnikatel

πολωνικά
dostawca, przedsiębiorca, wykonawca, kontrahent, zleceniobiorca

ουγγρικά
vállalkozó

τούρκικα
müteahhit, yüklenici, yüklenicisi, yüklenicinin, müteahhitlik

ουκρανικά
постачальник, підприємець, підрядчик, контрагент

αλβανικά
kontraktues, kontraktori, kontraktuesi, kontraktor, kontraktori i

βουλγαρικά
предприемач, изпълнител, изпълнителя, контрагент

λευκορωσικά
падрадчык

εσθονικά
töövõtja, peatöövõtja, lepinguosaline

κροατικά
poduzetnik

ισλανδικά
verktaka, verktaki, verktakinn

λιθουανικά
rangovas, sutarties, rangovo, sutarties šalis, rangovui

λετονικά
darbuzņēmējs, līgumslēdzējs, darbuzņēmējam, būvuzņēmējs, līgumslēdzējam

σλαβομακεδονικά
изведувач, изведувачот, на изведувачот, изведувач на, контрактор

ρουμανικά
antreprenor, contractant, contractor, contractantul, contractantului

σλοβενικά
izvajalec, pogodbenik, izvajalca, izvajalcu

σλοβακικά
podnikateľ

Τυχαίες λέξεις