Λέξη: κάπα

Σχετικές λέξεις: κάπα

κάπα καθημερινής, κάπα πάτρα, κάπα samantha sotos, κάπα research για το βήμα της κυριακής, κάπα studios, κάπα στούντιος, κάπα παλτό, κάπα μαρούσης, κάππα φιξ, κάπα research

Συνώνυμα: κάπα

ακρωτήριο, ακρωτήρι, κάπα, μπέρτα, πελερίνα, μανδύας, πέπλο, επανωφόριο, σάλι

Μεταφράσεις: κάπα

αγγλικά
cape


ισπανικά
capa, promontorio

γερμανικά
kap, umhang

γαλλικά
pèlerine, promontoire, cap, cape

ιταλικά
capo, promontorio, mantello, mantella

πορτογαλικά
capa, cabo, Cape, do Cabo, de cabo

ολλανδικά
kaap, kaaps

ρωσικά
плащ, мыс, капюшон, накидка, плащ-палатка, ...

νορβηγικά
cape, Kapp, kappe, neset, i Cape

σουηδικά
udde

φινλανδικά
kappa, niemi

δανικά
cape, kappe, Kap, i Cape, forbjerget

τσεχικά
mys

πολωνικά
przylądek, cypel, mantylka, narzutka, peleryna

ουγγρικά
körgallér, földfok, pelerin

τούρκικα
pelerin, Cape, burun, pelerini, kap

ουκρανικά
мис, плащ, капюшон, пелерина

αλβανικά
kep, pelerinë, Kepi, Cape, Kepi i

βουλγαρικά
плащ

λευκορωσικά
мыс, ў Мыс

εσθονικά
neem, keep, peleriin

κροατικά
rt, rta, ogrtač, punta

ισλανδικά
Höfði, Cape, kápu, að Höfði, Höfðaborg

λιθουανικά
ragas

λετονικά
zemesrags

σλαβομακεδονικά
нос, рт, Кејп, наметка

ρουμανικά
cap

σλοβενικά
cape, ogrinjalo, rt, Zelenortskih, Zelenortski

σλοβακικά
mys

Τυχαίες λέξεις