Λέξη: καθελκύω

Σχετικές λέξεις: καθελκύω

καθελκύω σημασια

Μεταφράσεις: καθελκύω

αγγλικά
launch


ισπανικά
canoa, lancha, chalupa, botar

γερμανικά
einführung, lancierung, eröffnung, gründen, emission, ...

γαλλικά
créer, pistonner, jeter, baisser, lancement, ...

ιταλικά
lanciare, scialuppa, varo, lancio, varare, ...

πορτογαλικά
instalar, fundar, estabelecer, riso, lançar

ολλανδικά
ontketenen, lanceren, stichten, gronden, uitschrijven, ...

ρωσικά
начать, кинуть, метнуть, выпускать, учреждать, ...

νορβηγικά
er lansert, lanseres, startes, blir lansert, er startet

σουηδικά
lanseras, startas, inleds, introduceras, lanserades

φινλανδικά
perustaa, rynnätä, sännätä, syöksähtää

δανικά
lanceres, startes, er lanceret, iværksættes, bliver lanceret

τσεχικά
zahájit, spustit, vyslat, mrštit, spouštět, ...

πολωνικά
wystrzelić, rozpocząć, rzucać, wypuścić, łódź, ...

ουγγρικά
elindul, indul, indított, elindítása, indításakor

τούρκικα
kurmak

ουκρανικά
запускається

αλβανικά
është nisur, lansohet, iniciohet, hidhet

βουλγαρικά
стартира, е пуснат, стартирането

λευκορωσικά
будаваць

εσθονικά
kaater, start, algatama

κροατικά
uključiti, ubaciti, otpočeti

ισλανδικά
er hleypt af stokkunum, er sett, hefst, af stokkunum, er sett á

λιθουανικά
yra pradėta, pradedama, paleista, paleidžiama, paleidžiamas

λετονικά
tiek, ir, nav

σλαβομακεδονικά
ќе се испорачува, се испорачува, е лансиран, е лансирана, е лансиран од

ρουμανικά
stabili

σλοβενικά
je, se, ki je, so

σλοβακικά
sa, so, s

Τυχαίες λέξεις