Λέξη: καμαρωτός

Σχετικές λέξεις: καμαρωτός

καμαρωτόσ δημήτρησ, άρησ καμαρωτόσ

Συνώνυμα: καμαρωτός

καμαρωτός, εύχαρις, ξένοιαστος, κομψός, ευχάριστος, ζωηρός

Μεταφράσεις: καμαρωτός

αγγλικά
vainglorious, proud


ισπανικά
orgulloso, soberbio, fachendoso, altanero

γερμανικά
hochmütig, erhaben, stolz, prahlerisch

γαλλικά
hautain, arrogant, fier, glorieux, rogue, ...

ιταλικά
fiero, orgoglioso

πορτογαλικά
orgulhoso, alto, elevado, protótipo, eminente

ολλανδικά
trots, hoog, verheven, prat, fier

ρωσικά
вздувшийся, напыщенный, самодовольный, самолюбивый, тщеславный, ...

νορβηγικά
stolt, kry

σουηδικά
högfärdig, stolt

φινλανδικά
nokkava, leuhka, korskea, ylpeä, korkea, ...

δανικά
stolt

τσεχικά
ješitný, nádherný, nadutý, honosný, povýšený, ...

πολωνικά
pyszny, hardy, próżny, dumny, butny, ...

ουγγρικά
büszke

τούρκικα
kibirli, gururlu, yüksek

ουκρανικά
опуклий, пихатий

αλβανικά
lartë

βουλγαρικά
жизнерадостен, самодоволен, весел, жив, весела

λευκορωσικά
высокi

εσθονικά
uhke

κροατικά
hvalisav, ponosni, tašt, sujetan, raskošan, ...

ισλανδικά
metnaðarfullur, hrey, stoltur, hróðugur

λατινικά
superbus

λιθουανικά
išdidus

λετονικά
lepns

σλαβομακεδονικά
весел

ρουμανικά
mândru, înalt

σλοβενικά
Zadovoljen, Razmetljiv

σλοβακικά
hrdý, pyšný

Τυχαίες λέξεις