Λέξη: καρδάρα

Σχετικές λέξεις: καρδάρα

καρδάρα γάλα, καρδάρα με το γάλα

Συνώνυμα: καρδάρα

καρδάρα, γάλα

Μεταφράσεις: καρδάρα

αγγλικά
churn


ισπανικά
revolver

γερμανικά
Butterfass, Churn, Abwanderung, Abwanderungs

γαλλικά
barattage, baratte, tourbillonner

ιταλικά
zangola

πορτογαλικά
batedeira, churn, rotatividade, a rotatividade, o churn

ολλανδικά
karnen

ρωσικά
маслобойка, бидон, сбивать, мешалка, фляга, ...

νορβηγικά
kjerne

σουηδικά
churn, kundomsättningen, kundomsättning, churnen, omsättning

φινλανδικά
velloa, ravistaa, tonkka, hinkki, kirnu, ...

δανικά
churn, kundeafgang, kundeafgangen, transportspand, afgangen

τσεχικά
máselnice, vířit

πολωνικά
kłębić, mieszać, maślnica, kierzanka, maselnica

ουγγρικά
köpülő, köpül, habosra felkavar, lemorzsolódás, a lemorzsolódás

τούρκικα
yayık, güğüm, köpürtmek, karıştırmak, süt kabı

ουκρανικά
маслоробка

αλβανικά
dybek, rrah qumështin, tundës, nxjerr gjlpë, gjlpë

βουλγαρικά
гюм, бидон, се свива, разпенвам, кипя

λευκορωσικά
маслабойку

εσθονικά
kloppima, kiirkäive

κροατικά
bućkalica

ισλανδικά
strokkur

λιθουανικά
maišytuvas, pieno bidonas, plakti, grįžti mintimis, muštuvis

λετονικά
putot, kult, kannu, sviesta ķērne, mente

σλαβομακεδονικά
разпенвам

ρουμανικά
putinei, churn, clocoti, agita, bate untul

σλοβενικά
churn, fluktuacije, Bućkalica, stopnjo fluktuacije

σλοβακικά
máselnice, neaplikuje na maselnice, výrobu masla

Τυχαίες λέξεις