Λέξη: καταδίκη

Σχετικές λέξεις: καταδίκη

καταδίκη μελισσανίδη, καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως αρμοδιότητα, καταδίκη εφοριακών, καταδίκη τουρκίας, καταδίκη χαλυβουργών, καταδίκη μάκη ψωμιάδη, καταδίκη σε δήλωση βούλησης υπόδειγμα, καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, καταδίκη άδωνι και του εκδοτικού του οίκου για αντιγραφή και παραποίηση πνευματικού έργου, καταδίκη του δημήτρη μελισσανίδη

Συνώνυμα: καταδίκη

πεποίθηση, καταδίκη, πίστη, φρόνημα, πρόταση, απόφαση, κόλαση, μοίρα, χαμός, μοιραίο

Μεταφράσεις: καταδίκη

αγγλικά
damnation, sentence, condemnation, conviction


ισπανικά
condena, reprobación, sentencia, convencimiento, oración, ...

γερμανικά
verurteilen, ächtung, verdammung, verurteilung, meinung, ...

γαλλικά
condamner, juger, damnation, phrase, propos, ...

ιταλικά
condanna, frase, condannare

πορτογαλικά
sentença, frase, sentenciar, convicção, oração, ...

ολλανδικά
wraking, afkeuring, zinsnede, vonnissen, volzin, ...

ρωσικά
убеждение, предложение, освистание, наказание, проклятие, ...

νορβηγικά
setning, dømme, dom

σουηδικά
dom, mening, döma, sats

φινλανδικά
tuomio, tuomitseminen, virke, kiroaminen, tuomita, ...

δανικά
dømme, sætning

τσεχικά
věta, rčení, soud, přísloví, zatracení, ...

πολωνικά
krytyka, skazanie, przeświadczenie, sankcja, wyrok, ...

ουγγρικά
kárhoztatás, rábizonyítás, elítélés, mondat, kárhozat, ...

τούρκικα
cümle, tümce

ουκρανικά
присуд, речення, осуд, переконаність, засудити, ...

αλβανικά
fjali

βουλγαρικά
предложение, осъждане

λευκορωσικά
перакананне, перакананьне, перакананасць, упэўненасць

εσθονικά
mõistma, needus, veendumus, kohtuotsus, needmine, ...

κροατικά
osuda, presuda, izreka, uvjerenje, osuđuje

ισλανδικά
dæma

λατινικά
damnatio

λιθουανικά
sakinys

λετονικά
notiesāt, piespriest, teikums

σλαβομακεδονικά
уверување, убедување, убеденост, пресуда, осуда

ρουμανικά
convingere

σλοβενικά
stavek

σλοβακικά
veta

Στατιστικά δημοτικότητας: καταδίκη

Τυχαίες λέξεις