Λέξη: κιλό

Σχετικές λέξεις: κιλό

λίμπρα κιλό, κιλό-ουγγιά, κιλό λίτρο, κιλό κιλερ, κιλό γραμμάριο, κιλό θερμίδες, λίβρα κιλό, οκά κιλό, κιλό νερό, κιλό σε λίτρο

Συνώνυμα: κιλό

κιλό, χιλιόγραμμο

Μεταφράσεις: κιλό

αγγλικά
kilogram


ισπανικά
kilogramo

γερμανικά
kilogramm, kilo

γαλλικά
kilogramme, kilo

ιταλικά
chilogrammo

πορτογαλικά
quilo, kilo, quilograma, quilos

ολλανδικά
kilo, kg, kilogram

ρωσικά
килограмм

νορβηγικά
kilo, kg

σουηδικά
kilogram

φινλανδικά
kilogramma, kilo

δανικά
kilogram

τσεχικά
kilogram

πολωνικά
kilogram

ουγγρικά
kiló, kilo, kilogramm, kilós

τούρκικα
kilo, kiloluk, kilosu, kilogram

ουκρανικά
кілогерци

αλβανικά
kilogrami

βουλγαρικά
килограм

λευκορωσικά
кілаграм, кілаграмаў, кг, кіляграм

εσθονικά
kilogramm

κροατικά
kilogram

ισλανδικά
kíló, kg, kílógramm, hvert kíló, kílóið

λιθουανικά
kilogramas

λετονικά
kilograms

σλαβομακεδονικά
килограм

ρουμανικά
kilogram

σλοβενικά
kilogram, kilo

σλοβακικά
kilo, kilogram

Στατιστικά δημοτικότητας: κιλό

Τυχαίες λέξεις