Λέξη: κωπηλατώ

Συνώνυμα: κωπηλατώ

κωπηλατώ, πιτσιλίζω, φιλονικώ θορυβωδώς

Μεταφράσεις: κωπηλατώ

αγγλικά
row


ισπανικά
fila, riña, gresca, disputa, jaleo, ...

γερμανικά
rudern, zank, zeile, radau, reihe, ...

γαλλικά
tintamarre, rixe, bataille, brouhaha, bruit, ...

ιταλικά
remare, fila, lite, disputa, alterco, ...

πορτογαλικά
vez, alar, turno, fileira, linha, ...

ολλανδικά
ruzie, roeien, kwestie, herrie, file, ...

ρωσικά
загребать, гребля, ряд, свалка, перебранка, ...

νορβηγικά
ro, rad, bråk, rekke, krangel, ...

σουηδικά
gräl, rad, kiv, rodd

φινλανδικά
jupakka, rivi, soutaa, ketju, kiista, ...

δανικά
ro, skænderi, række, mundhuggeri

τσεχικά
fronta, lomoz, pranice, veslovat, řádek, ...

πολωνικά
harmider, zgiełk, besztać, rządek, kłótnia, ...

ουγγρικά
ricsaj, csónakázás, lehordás, leszidás

τούρκικα
kavga, dizi, sıra

ουκρανικά
галас, наганяй, протестувати, шуміти, шум, ...

αλβανικά
rradhë, rresht

βουλγαρικά
кану, с кану

λευκορωσικά
плаваць

εσθονικά
riid, sõudma, sõnasõda

κροατικά
niz, prepirka

ισλανδικά
ys

λιθουανικά
eilė, irkluoti, kivirčas, ginčas, skandalas, ...

λετονικά
strīds, ķilda, rinda, airēt, tracis

σλαβομακεδονικά
кану, кајакарство, кајак

ρουμανικά
ceartă, rând

σλοβενικά
vrsta

σλοβακικά
kanoe, kanoe pre, kánoe

Τυχαίες λέξεις