Λέξη: μαυλίζω

Συνώνυμα: μαυλίζω

ευχαριστώ τας ευτελείς ορμάς, ρουφιανεύω, μαυλίζω, υποθάλπω

Μεταφράσεις: μαυλίζω

αγγλικά
debauch, seduce


ισπανικά
libertinaje, orgía, seducir

γερμανικά
ausschweifung, verführen, orgie

γαλλικά
débauche, tenter, orgie, séduisent, séduisons, ...

ιταλικά
sedurre

πορτογαλικά
sedimentar, orgia, bacanal, desencaminhar, seduzir

ολλανδικά
drinkgelag, weglokken, verleiden, orgie, verlokken, ...

ρωσικά
пленять, растлить, обольщать, развратничать, соблазнить, ...

νορβηγικά
forføre, orgie

σουηδικά
förföra, förleda

φινλανδικά
houkutella, irstailu, houkuttaa, elostella, vietellä

δανικά
orgie, udsvævelser

τσεχικά
svádět, zkazit, hýření, svést, prostopášnost

πολωνικά
nęcić, uwodzić, rozpusta, uwieść, psuć, ...

ουγγρικά
züllés

τούρκικα
ayartmak, sefahat

ουκρανικά
спокушати, заполонювати, зваблювати, спокусіть

αλβανικά
ndihmoj, të ndihmoj, lënë pas dore, të lënë pas dore, kodosh

βουλγαρικά
денеш

λευκορωσικά
патураць, спрыяць

εσθονικά
orgia, võrgutama, rikkuma, liiderdama

κροατικά
razvrat, zavođenje, raskalašenost, sablazan, bančenje, ...

ισλανδικά
pander

λιθουανικά
orgija

λετονικά
orģija

σλαβομακεδονικά
помошник, отскок, угодуваат, и угодуваат, макро

ρουμανικά
orgie

σλοβενικά
Podvodač, Povlađivati

σλοβακικά
kupliar, kupliermi

Τυχαίες λέξεις