Λέξη: φωνητικός

Σχετικές λέξεις: φωνητικός

φωνητικός μεταφραστής, φωνητικός κώδικας, φωνητικός έλεγχος iphone, φωνητικός κειμενογράφος, φωνητικός λογογράφος, φωνητικός κειμενογράφος download, φωνητικός κειμενογράφος online

Συνώνυμα: φωνητικός

φωνητικός, ομιλητικός

Μεταφράσεις: φωνητικός

αγγλικά
phonetic


ισπανικά
fonético

γερμανικά
phonetisch

γαλλικά
phonétique

ιταλικά
vocale, voce principale, voce, principale, vocali

πορτογαλικά
fonético

ολλανδικά
fonetisch

ρωσικά
фонематический, фонетический

νορβηγικά
vokal, vokale, stemme, tale

σουηδικά
röst-, vokala, vocal, sång

φινλανδικά
laulu, vocal, äänekkään, laulu-

δανικά
vokal, Vocal, vokale, Sang, højrøstet

τσεχικά
fonetika, fonetický

πολωνικά
fonetyczny

ουγγρικά
ének, vokális, vokál, énekes, hangos

τούρκικα
vokal, ses, sesli, vocal, sözlü

ουκρανικά
фонетичний

αλβανικά
vokal, zëshëm, vokale, të zëshëm, i zëshëm

βουλγαρικά
вокален, вокална, вокал, вокално, вокалната

λευκορωσικά
вакальны

εσθονικά
foneetiline

κροατικά
vokalni, vokal, vokalne, vokalno, vokalna

ισλανδικά
söngvara, Vocal, raddir, söngur, radd

λιθουανικά
vokalas, vokalinis, vokalo, vokalinė, vocal

λετονικά
vokāls, vokālā, vokālais, balss, vokālo

σλαβομακεδονικά
гласните, вокални, вокално, вокал, вокален

ρουμανικά
fonetic

σλοβενικά
vokalna, vocal, vokal, vokalno, vokalne

σλοβακικά
hlasový, fonetický

Τυχαίες λέξεις