Λέξη: ξεπερνώ

Σχετικές λέξεις: ξεπερνώ

ξεπερνώ in english, ξεπερνώ τα όρια μου, ξεπερνώ μετάφραση, ξεπερνάς τον χωρισμό, ξεπερνώ κάποιον, ξεπερνώ συνώνυμα, ξεπερνώ κλίση, ξεπερνώ translate

Συνώνυμα: ξεπερνώ

υπερβαίνω, υπερτερώ, ξεπερνώ, υπερέχω, βολεύω, βολεύομαι, καταφέρνω, προτρέχω, υπερφύομαι, μεγαλώνω γρηγορώτερα, μεγαλώνω πολύ, υπερτερώ στην απόσταση, υπερτερώ στην ταχύτητα, προφθάνω, καταφθάνω, προσπερνώ

Μεταφράσεις: ξεπερνώ

αγγλικά
surmount, overtake, overcome, exceed, surpass


ισπανικά
aventajar, vencer, sobrepasar, alcanzar, pasar, ...

γερμανικά
bewältigen, besiegte, schlagen, übersteigen, überwältigen, ...

γαλλικά
submerger, conjecturer, excédons, surpassez, distancez, ...

ιταλικά
eccedere, sorpassare, oltrepassare, sconfiggere, superare, ...

πορτογαλικά
passar, exorbitar, ultrapassar, suplantar, exceda, ...

ολλανδικά
overtrekken, doorbrengen, doorgeven, langsgaan, overtreffen, ...

ρωσικά
увенчивать, превозмогать, превышать, превосходить, побеждать, ...

νορβηγικά
overvinne, overgå, overvelde

σουηδικά
besegra, överträffa, övervinna, överskrida

φινλανδικά
kulua, lannistettu, vallata, voittaa, erottautua, ...

δανικά
overgå

τσεχικά
dohonit, přemoci, vynikat, porazit, předčit, ...

πολωνικά
sforsować, przezwyciężać, wieńczyć, zwyciężać, przełamać, ...

ουγγρικά
megelőz, gyorsabban halad, túltesz vkin

τούρκικα
yenmek

ουκρανικά
опановувати, увінчувати, перемагати, перемогти, переганяти, ...

αλβανικά
lë përpara, e lë pas, lë pas, tejkaloj

βουλγαρικά
надпреварвам, изпревари, оставям зад себе, излизам начело на, оставям зад себе си

λευκορωσικά
апярэдзіць

εσθονικά
möödasõit, ületama

κροατικά
nadvladati, stignuti, iznenaditi, prelaziti, prebroditi, ...

ισλανδικά
outdistance

λατινικά
supero, expugno

λιθουανικά
lenkti, aplenkti, pralenkti, Dystansować, Przeganiać

λετονικά
sakaut

σλαβομακεδονικά
outdistance

ρουμανικά
se distanța de, se distanța, distanŃa, lăsa în urmă

σλοβενικά
Prestići

σλοβακικά
predbehnúť

Τυχαίες λέξεις