Λέξη: οξυγόνωση

Σχετικές λέξεις: οξυγόνωση

οξυγόνωση νερού, οξυγόνωση αίματος, οξυγόνωση εγκεφάλου, οξυγόνωση του αίματος, οξυγόνωση των κυττάρων, οξυγόνωση κυττάρων, οξυγόνωση ενυδρείου

Μεταφράσεις: οξυγόνωση

οξυγόνωση στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
oxygenation, oxygen, oxygenation of, oxygenate, oxygenating

οξυγόνωση στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
oxigenación, la oxigenación, de oxigenación, oxigenación de, la oxigenación de

οξυγόνωση στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
sauerstoffzufuhr, Oxygenierung, Sauerstoff, Sauerstoffversorgung, Sauerstoffanreicherung, Sauerstoffzufuhr

οξυγόνωση στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
oxydation, oxygénation, l'oxygénation, une oxygénation, d'oxygénation

οξυγόνωση στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
ossigenazione, l'ossigenazione, di ossigenazione, dell'ossigenazione, ossigenazione dei

οξυγόνωση στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
oxigenação, a oxigenação, da oxigenação, de oxigenação, oxigenação do

οξυγόνωση στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
oxygenatie, zuurstofvoorziening, zuurstoftoevoer, zuurstof, de oxygenatie

οξυγόνωση στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
оксигенация, оксигенации, кислородом, оксигенацию, насыщение кислородом

οξυγόνωση στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
oksygene, oksygenering, oxygenation, oksygen, oksygentilførsel

οξυγόνωση στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
syresättning, syre, syresättningen, syrsättning, syresättnings

οξυγόνωση στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
hapetus, hapetuksen, hapetus-, hapettumisen, hapettumista

οξυγόνωση στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
iltning, iltningen, oxygenering, oxygenation, ilt

οξυγόνωση στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
okysličení, okysličování, oxygenace, oxygenační, oxygenaci

οξυγόνωση στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
utlenianie, utlenienie, natlenienie, dotlenienie, natlenianie, utlenowania, natlenienia

οξυγόνωση στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
oxidálás, oxidáció, oxigénellátását, oxigénellátás, oxigenizáció, oxigenizációs, oxigenizációt

οξυγόνωση στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
oksijenlenme, oksijenasyon, oksijenasyonu, oksijenizasyon, oksijenizasyonu

οξυγόνωση στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
оксигенация, оксігенація, оксигенація

οξυγόνωση στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
oxygenation, Oksigjenimi

οξυγόνωση στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
оксигенация, оксигенацията, окисляване, окисление, насищане с кислород

οξυγόνωση στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
аксігенацыя, аксігенацыі

οξυγόνωση στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
oksügenatsiooni, hapnikuga varustamine, oksügenatsioon, oksügenisatsioon, oksügenisatsiooni

οξυγόνωση στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
oksigenacija, kisikom, oksigenizacija, oksigenaciju, oksigenacije

οξυγόνωση στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
súrefnismettun, súrefnismettun í, súrefni, súrefnisupptaka, súrefnisupptaka um

οξυγόνωση στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
oksigenacija, oksigenacijos, kraujo įsotinimas deguonimi, prisotinimą deguonimi, deguonimi

οξυγόνωση στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
skābekļa, oksigenāciju, oksigenācija, oksidāciju, oksigenēsana

οξυγόνωση στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
оксигенација, оксигенацијата, оксидацијата, оксидација, кислород

οξυγόνωση στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
oxigenare, oxigenarea, de oxigenare, oxigenării, oxigenarii

οξυγόνωση στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
oksigenacija, oksigenacijo, kisikom, oksigenacije, dovajanje kisika

οξυγόνωση στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
okysličovaní, okysličení, okysličovanie, Okysličovače, okysličovania, okysličovaniu, okysličenie
Τυχαίες λέξεις