Λέξη: παρακολουθώ

Σχετικές λέξεις: παρακολουθώ

παρακολουθώ μαθήματα, παρακολουθώ συνώνυμα, παρακολουθώ στα αγγλικά, conjugate παρακολουθώ, παρακολουθώ κλιση, ονειροκρίτης παρακολουθώ, παρακολουθώ ασθενή, παρακολουθώ μαθήματα στα αγγλικά, παρακολουθώ ταινίες online, παρακολουθώ στα γαλλικα

Συνώνυμα: παρακολουθώ

παρακολουθώ, φρουρώ, παρατηρώ καλώς, επιτηρώ, επαγρυπνώ, προσέχω, ακολουθώ, έπομαι, παρατηρώ, τηρώ, εξαντλώ, σημειώ

Μεταφράσεις: παρακολουθώ

αγγλικά
attend, monitor, watch


ισπανικά
velar, monitor, reloj, observar, atisbar, ...

γερμανικά
überwachen, abhörgerät, beiwohnen, ansehen, monitor, ...

γαλλικά
considérer, remarquer, horloge, escorter, marcher, ...

ιταλικά
osservare, guardare, vigilare, monitore, sorvegliare, ...

πορτογαλικά
espiar, observar, relógio, desperdício, assistir, ...

ολλανδικά
bekijken, afluisteren, verzorgen, verplegen, schouwen, ...

ρωσικά
присутствовать, озаботиться, ждать, наставлять, дозор, ...

νορβηγικά
overvåke, monitor, klokke, ledsage, ur, ...

σουηδικά
ur, vaka, betrakta, bevaka, vakt, ...

φινλανδικά
tähytä, näyttö, tarkastaa, varmistaa, huolehtia, ...

δανικά
pleje, ur, vagtpost, monitor

τσεχικά
provázet, ošetřovat, hlídat, koukat, pozorovat, ...

πολωνικά
popatrzeć, czuwać, oglądać, czatownik, monitor, ...

ουγγρικά
sugárzásdetektor, vízágyú, monitor-programrendszer, vezérprogram, monitorrendszer, ...

τούρκικα
gözetlemek, gözlemek

ουκρανικά
супроводжувати, виконувати, пересторогу, марнотратний, остереження, ...

αλβανικά
këqyr, kujdesem, kontrolloj

βουλγαρικά
монитор

λευκορωσικά
глядзець, гадзiньнiк

εσθονικά
jälgimisseade, pillaja, monitor, kaasnema, seirama, ...

κροατικά
pohađati, pratiti, čuvati, paziti, starješina, ...

ισλανδικά
gæta

λατινικά
specto, vigilo

λιθουανικά
klausyti, sargybinis, žiūrėti, monitorius, sargyba, ...

λετονικά
sargs, sardze, monitors

σλαβομακεδονικά
види, се види, гледање, да се види, гледам

ρουμανικά
ceas, santinelă, monitor

σλοβενικά
monitor, gledati

σλοβακικά
monitor

Τυχαίες λέξεις