Λέξη: πρακτορείο

Σχετικές λέξεις: πρακτορείο

πρακτορείο διανομής ξένου τύπου, πρακτορείο ευρώπη, πρακτορείο ταξιδίων, πρακτορείο μεταφορών, πρακτορείο οπαπ, πρακτορείο ταξιδίων θεσσαλονίκη, πρακτορείο αργος, πρακτορείο ειδήσεων, πρακτορείο χαλκιδικής, πρακτορείο μοντέλων

Συνώνυμα: πρακτορείο

πρακτορείο, αντιπροσωπεία, ενέργεια, παράγων, μέσο

Μεταφράσεις: πρακτορείο

αγγλικά
agency


ισπανικά
sucursal, oficina, agencia

γερμανικά
werkzeug, vertretung, vermittlung, mittel, geschäftsstelle, ...

γαλλικά
service, office, médiation, agent, permanence, ...

ιταλικά
agenzia, ufficio, succursale, filiale

πορτογαλικά
costume, repartição, maneira, escritório, forma, ...

ολλανδικά
kantoor, bureau, manier, trant, bureel, ...

ρωσικά
содействие, бюро, фактор, организация, посредство, ...

νορβηγικά
kontor, agentur, byrå

σουηδικά
ämbetsverk, kontor, agentur

φινλανδικά
tapa, toiminta, vaikutus, agentuuri, toimisto

δανικά
bureau, agentur, embede, kontor

τσεχικά
jednatelství, úřadovna, činitel, zastupitelství, činnost, ...

πολωνικά
ajencja, agentura, siła, agencja, działanie, ...

ουγγρικά
ügynökség, tevékenység

τούρκικα
büro, yazıhane

ουκρανικά
представництво, дія, сприяння, бюро, засіб

αλβανικά
agjenci

βουλγαρικά
агентство

λευκορωσικά
агенцтва

εσθονικά
kantselei, esindus, vahend

κροατικά
organizacija, podrška, posredovanje

ισλανδικά
stofnun, auglýsingastofu, stofnunin, stofnunarinnar, umboðsskrifstofa

λιθουανικά
agentūra, būdas

λετονικά
veids, metode, aģentūra, postenis, amats, ...

σλαβομακεδονικά
агенција, едукација, агенцијата, агенцијата за

ρουμανικά
fel, birou, agenţie

σλοβενικά
agentura

σλοβακικά
agentúra, agentúry, Agentúrou

Στατιστικά δημοτικότητας: πρακτορείο

Τυχαίες λέξεις