Λέξη: σκεύος

Σχετικές λέξεις: σκεύος

σκεύος εκλογής βιβλίο, σκεύος σταύρος, σκεύος εκλογής pdf, σκεύος εκλογής download, σκεύος ατμού, σκεύος εκλογής, σκεύος ηδονής, σκεύος ζερβός, σκεύος παπαϊωάννου, σκεύος πολυκάρπου

Συνώνυμα: σκεύος

σκεύος, εργαλείο

Μεταφράσεις: σκεύος

αγγλικά
vessel, utensil


ισπανικά
embarcación, vaso, recipiente, buque, utensilio, ...

γερμανικά
gerät, wasserfahrzeug, gebrauchsgegenstand, gefäß, kessel, ...

γαλλικά
récipient, vasculaire, nef, instrument, outil, ...

ιταλικά
vascello, nave, recipiente, bastimento, vaso

πορτογαλικά
vaso, vasilha, recipiente, navio, embarcação, ...

ολλανδικά
vaartuig, etui, foedraal, vaas, boot, ...

ρωσικά
парусник, корабль, сосуд, резервуар, судно, ...

νορβηγικά
båt, redskap, skip, kar

σουηδικά
skepp, kärl, skuta, fartyg, båt

φινλανδικά
suoni, alus, säiliö, laiva, astia

δανικά
skib, beholder

τσεχικά
nářadí, loď, plavidlo, náčiní, nádobí, ...

πολωνικά
narzędzie, pojemnik, przybór, statek, naczynie, ...

ουγγρικά
edény

τούρκικα
gemi, kap, bak

ουκρανικά
приладдя, посуд, осиний

αλβανικά
vegël, mjete, enë kuzhine, vegël të, aparat

βουλγαρικά
прибор, съд, съдове, прибори

λευκορωσικά
судно, ваза, гаршчок

εσθονικά
nõu

κροατικά
oruđe, plovilo, lađa, oprema, letjelica, ...

ισλανδικά
ílát

λατινικά
navis, vas

λιθουανικά
indas, laivas

λετονικά
laiva, trauks, kuģis

σλαβομακεδονικά
прибор, сад, орудие, орудие го

ρουμανικά
vas

σλοβενικά
posoda, posodo, utensil, aparatov, ali aparatov

σλοβακικά
nádoba, plavidlo

Τυχαίες λέξεις