Λέξη: σπασμός

Σχετικές λέξεις: σπασμός

σπασμός των μυών της περιοχής του αυχένα, σπασμός οισοφάγου, σπασμός προσαρμογής, σπασμός των στεφανιαίων αρτηριών, σπασμός του οισοφάγου, σπασμόσ εντέρου, σπασμός τανούδης, σπασμός στομάχου, σπασμός βλεφάρου, σπασμός του εντέρου

Συνώνυμα: σπασμός

σπασμός, αναστάτωση, τράβηγμα, νευρική σύσπαση, τίναγμα, παροξυσμός, κράμπα, τσεγκέλι, γάντζος, νευροκαβαλίκεμα

Μεταφράσεις: σπασμός

αγγλικά
convulsion, seizure


ισπανικά
embargo, captura, convulsión

γερμανικά
pfändung, einnahme, zuckung, krampf, besetzung, ...

γαλλικά
convulsion, crampe, crise, spasme, capture, ...

ιταλικά
sequestro, pignoramento, convulsione, confisca

πορτογαλικά
confiscação

ολλανδικά
inbeslagneming, stuiptrekking, stuip, kramp

ρωσικά
взятие, восторг, конфискация, захват, упоение, ...

νορβηγικά
krampe, spasme, spasmer, krampetrekning

σουηδικά
spasm, kramp, spasmer, kramper

φινλανδικά
kaappaus, kohtaus, kouristus, vimma, vimmaisuus, ...

δανικά
krampetrækning

τσεχικά
uchvácení, zabrání, křeč, zabavení, uchopení, ...

πολωνικά
zawładnięcie, drgawka, zagarnięcie, konfiskata, konwulsja, ...

ουγγρικά
görcs, görcse, görcsöt, izomgörcs, görcsös

τούρκικα
spazm, spazmı, spasm, kasılma, spazmının

ουκρανικά
конфіскація, припадок, судома, коливання, судорога, ...

αλβανικά
spazëm, vrull, spazma, hov, spazme

βουλγαρικά
секвестиране, конфискация

λευκορωσικά
спазм, спазмаў, спазма

εσθονικά
anastamine, kramp, arestimine

κροατικά
pljenidba, zauzeće, trzaj, zapljena, grč

ισλανδικά
krampi, krampi í, krampar, krampa

λατινικά
ereptio

λιθουανικά
spazmas, spazmai, spazmą, spazmu, spazmų

λετονικά
lēkme

σλαβομακεδονικά
грч, спазам, грчеви, спазми, грчевите

ρουμανικά
acces, convulsie

σλοβενικά
kleč

σλοβακικά
uchopení

Τυχαίες λέξεις