Λέξη: τέσσερα

Σχετικές λέξεις: τέσσερα

τέσσερα ματωμένα φεγγάρια, τέσσερα μάτια δυο καρδιές, τέσσερα σύγχρονο καφενείο, τέσσερα βήτα, τέσσερα χρόνια μνημόνιο, τέσσερα χρόνια μνημονίου σε 40 φωτογραφικά κλικ, τέσσερα τζιαι τέσσερα, τέσσερα στοιχεία της φύσης, τέσσερα μαύρα κουστούμια, τέσσερα άτομα πρέπει να διασχίσουν μια γέφυρα

Συνώνυμα: τέσσερα

τέσσερα, τεσσάρα

Μεταφράσεις: τέσσερα

αγγλικά
four


ισπανικά
cuatro

γερμανικά
vier

γαλλικά
quatre

ιταλικά
quattro

πορτογαλικά
quatro, nascente, fonte

ολλανδικά
vier

ρωσικά
четвёрка

νορβηγικά
fire

σουηδικά
fyra

φινλανδικά
neljä

δανικά
fire

τσεχικά
čtyřka, čtyři

πολωνικά
czwarta

ουγγρικά
négy

τούρκικα
dört

ουκρανικά
чотири, четвірка

αλβανικά
katër

βουλγαρικά
четири, четирите, четирима, и четири, с четири

λευκορωσικά
чатыры, четыре

εσθονικά
neli

κροατικά
četiri

ισλανδικά
fjórir, fjarki

λιθουανικά
keturi

λετονικά
četrinieks, četri

σλαβομακεδονικά
четири, четирите, четворица, на четири, од четири

ρουμανικά
patru

σλοβενικά
štiri

σλοβακικά
štyri

Στατιστικά δημοτικότητας: τέσσερα

Τυχαίες λέξεις