Λέξη: τσαγκάρης

Σχετικές λέξεις: τσαγκάρης

τσαγκάρης αθήνα, τσαγκάρης νίκος, τσαγκάρης παναγιώτης, τσαγκάρης ηρακλής, τσαγκάρης βικιπαίδεια, τσαγκάρης μαρούσι, τσαγκάρης γλυφάδα, τσαγκάρης θεσσαλονίκη, τσαγκάρης βριλήσσια, τσαγκάρης χαλάνδρι

Συνώνυμα: τσαγκάρης

υποδηματοποιός, παπουτσής

Μεταφράσεις: τσαγκάρης

τσαγκάρης στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
shoemaker, cobbler, a cobbler, a shoemaker, a cobbler was

τσαγκάρης στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
zapatero, zapateros, zapatera, zapatero de

τσαγκάρης στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
schuster, flickschuster, Schuhmacher, Schuster, Shoemaker

τσαγκάρης στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
cordonnier, bottier, savetier, Shoemaker, chausseur, cordonnerie

τσαγκάρης στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
calzolaio, Shoemaker, Ciabattino, il calzolaio

τσαγκάρης στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
atacador, sapateiro, laço, Shoemaker, sapateiros, sapateira, Fabricante de sapatos

τσαγκάρης στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
schoenmaker, shoemaker, schoenmakerij

τσαγκάρης στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
сапожник, башмачник, сапожником, сапожника

τσαγκάρης στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
skomaker, skomakeren, shoemaker, skomakerverksted

τσαγκάρης στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
skomakare, skomakaren, skomakarens, shoemaker, skomakeri

τσαγκάρης στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
suutari, Shoemaker, suutarin, Shoemakerin, suutarilla

τσαγκάρης στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
skomager, skomageren, håndskomager, shoemaker, skomagerens

τσαγκάρης στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
obuvník, příštipkář, švec, obuvnické, obuvníka, ševci

τσαγκάρης στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
latacz, partacz, partaczenie, łatacz, szewc, shoemaker, szewca, szewcem, szewczyk

τσαγκάρης στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
cipész, foltozóvarga, kontár, Shoemaker, cipőkészítő, suszter, cipészmester

τσαγκάρης στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
kunduracı, ayakkabıcı, shoemaker, ayakkabıcılar, bir ayakkabıcı

τσαγκάρης στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
швець, шевче, партач, чоботар, сапожник, чіп

τσαγκάρης στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
këpucar, këpucari, Shoemaker, Shomaker

τσαγκάρης στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
обущар, обущарски, обущаря, производител на обувки, обущарско

τσαγκάρης στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
шавец, сапожнік, нават шавец

τσαγκάρης στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
vusserdaja, kingsepp, saapaparandaja, kingsepa, jalatsite kingsepp, kingseppa

τσαγκάρης στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
obućar, postolar, Shoemaker

τσαγκάρης στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
Shoemaker, skósmiður

τσαγκάρης στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
batsiuvys, batų batsiuvys, shoemaker, kurpius, batsiuvys ir

τσαγκάρης στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
kurpnieks, izgatavotājs, apavu izgatavotājs, apavu izgatavotājus, kurpnieka

τσαγκάρης στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
чевлар, кондураџија

τσαγκάρης στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
pantofar, cizmar, shoemaker, cizmărie, cizmarul

τσαγκάρης στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
čevljar, čevljarja, Postolar, Obućar, cevljar

τσαγκάρης στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
švec, obuvník, Svec, Klobučník, obuvníka

Στατιστικά δημοτικότητας: τσαγκάρης

Τυχαίες λέξεις