Λέξη: τόκος

Σχετικές λέξεις: τόκος

τόκος υπερημερίας νπδδ, τόκος υπερημερίας δημοσίου 6, τόκος υπερημερίας υπολογισμός, τόκος επιδικίας, τόκος δημοσίου, τόκος επιτόκιο, τόκος υπερημερίας, τόκος υπερημερίας σήμερα, τόκος υπερημερίας δημοσίου, τόκος υπερημερίας 2014

Συνώνυμα: τόκος

ενδιαφέρο, συμφέρο, τόκος, εισόδημα από χρήση, προθεσμία πληρωμής

Μεταφράσεις: τόκος

αγγλικά
interest


ισπανικά
interesar, rédito, interés

γερμανικά
zinsen, wichtigkeit, anteil, zeitvertreib, zins, ...

γαλλικά
intéresser, affaire, négoce, portion, intérêts, ...

ιταλικά
interessare, interessamento, frutto, interesse

πορτογαλικά
interesses, renda, intercâmbio, interesse, juro, ...

ολλανδικά
interesseren, interest, belangstelling, rente, aangelegenheid, ...

ρωσικά
выгода, заинтересовываться, заинтересованность, важность, доля, ...

νορβηγικά
interesse, rente

σουηδικά
angå, intresse, ränta

φινλανδικά
pyyde, etu, viihdyke, korko, pyrintö, ...

δανικά
rente, interesse

τσεχικά
zajímat, zainteresovanost, obchod, účast, úrok, ...

πολωνικά
interesować, zysk, naddatek, interesowność, procent, ...

ουγγρικά
kamat, érdek

τούρκικα
ilgi, faiz

ουκρανικά
заборони

αλβανικά
interes

βουλγαρικά
лихва

λευκορωσικά
цікавасць, інтарэс, цікавасьць

εσθονικά
huvi, intress, huvitatus

κροατικά
kamata, interesnih, interesa, korist, interes

ισλανδικά
renta, hugða, áhugi, hagsmunir

λατινικά
causa

λιθουανικά
palūkanos

λετονικά
aizraušanās, interese

σλαβομακεδονικά
интерес, камата, интереси, каматните, интересот

ρουμανικά
interes, interesa, distracţie

σλοβενικά
zanimanje, úrok

σλοβακικά
úrok, úroky, zisk, zaujímať

Στατιστικά δημοτικότητας: τόκος

Τυχαίες λέξεις