Λέξη: χύνω

Συνώνυμα: χύνω

χύνω, χύνομαι, τριχοτομώ, αποβάλλω, απορρίπτω, θεμελιώνω, θεμελιώ, ιδρύω

Μεταφράσεις: χύνω

αγγλικά
spill


ισπανικά
verter

γερμανικά
fall, ölfleck, holzspan, sturz

γαλλικά
cas, verser, répandre, déverser, dégringolade, ...

ιταλικά
spandere, caduta

πορτογαλικά
aranha, derramamento, derramar

ολλανδικά
morsen, val

ρωσικά
расплескаться, просыпать, пролиться, просыпаться, вывалить, ...

νορβηγικά
fall, spille

σουηδικά
spilla

φινλανδικά
vuotaa, putous, kaataa, kaatuminen, läikyttää

δανικά
fald

τσεχικά
lít, trousit, rozlévat, přetéct, pád, ...

πολωνικά
rozlewać, wylewać, rozsypywać, wyjawiać, wyjawić, ...

ουγγρικά
fémszeg, fémcsap

τούρκικα
düşme, düşüş

ουκρανικά
затичка, вивалити, проливати, скинути, злива

αλβανικά
derdh

βουλγαρικά
навес, хвърли, се хвърли, проливат, пролял

λευκορωσικά
праліць

εσθονικά
leke

κροατικά
cjepka, ispadanje, prolivanje, pad

ισλανδικά
varpa, úthellt, úthella, varpað, að varpa

λιθουανικά
mesti, paukštidę, sąsiauris, pralietas, pralieti

λετονικά
bojāeja, krišana, kritiens, sabrukums

σλαβομακεδονικά
падот

ρουμανικά
cădere

σλοβενικά
shed, skladišče, odcepi, v skladišče

σλοβακικά
kôlňa, šopa, prístrešok

Τυχαίες λέξεις