Λέξη: άνεση

Σχετικές λέξεις: άνεση

άνεση english, ακουστική άνεση, επική άνεση, οπτική άνεση, θερμική άνεση, άνεση συνώνυμα, θέατρο άνεσις, άνεση αγγλικα, άνεση ετυμολογία

Συνώνυμα: άνεση

άνεση, παρηγοριά, ανακούφιση, κουράγιο, κομφόρ, ευκολία, σχολή, ελεύθερος χρόνος, ανάπαυση, ευρυχωρία

Μεταφράσεις: άνεση

αγγλικά
ease, convenience


ισπανικά
facilidad, descanso, comodidad

γερμανικά
rest, toilette, leichtigkeit, ruhe, annehmlichkeit, ...

γαλλικά
lénifier, rasséréner, confort, bien-être, pacifier, ...

ιταλικά
sosta, riposo, agio, alleviare, quiete

πορτογαλικά
facilidade, descanso

ολλανδικά
verlichten, gerief, rust, toestel, apparaat, ...

ρωσικά
слабеть, устройство, легкость, приволье, приспособление, ...

νορβηγικά
bekvemmelighet, lette, ro

σουηδικά
lätta, bekvämlighet, ro, lugn, lindra, ...

φινλανδικά
tyynnyttää, vempele, tauko, lepo, keventää, ...

δανικά
hvile, pause, ro

τσεχικά
pohodlí, nenucenost, ulehčit, lehkost, jednoduchost, ...

πολωνικά
załagadzać, lekkość, ułatwiać, wygoda, komfort, ...

ουγγρικά
fesztelenség, gondtalanság, kényelmesség, gördülékenység

τούρκικα
dinlenme, alet, istirahat

ουκρανικά
придатність, вигода, невимушеність, легкість, вбиральня, ...

αλβανικά
rehati, ngushëllim, komoditetin, komoditet, ngushëllimi

βουλγαρικά
удобство

λευκορωσικά
камфорт

εσθονικά
käepärasus, sundimatus, lõdvestuma, mugavus, kergendama

κροατικά
olakšanje, prikladnost, pogodnost, zgoda, mir, ...

ισλανδικά
þægindi, Comfort, herbergis, huggun

λατινικά
commodum, levo, otium

λιθουανικά
poilsis, ramybė, miegas

λετονικά
miers, atpūta

σλαβομακεδονικά
удобност, комфор, комфорт, удобноста, утеха

ρουμανικά
uşura, repaus, dispozitiv

σλοβενικά
pomolit, pohoda

σλοβακικά
pohoda, výhoda, pohodlí

Τυχαίες λέξεις