Λέξη: αιφνίδιος

Σχετικές λέξεις: αιφνίδιος

αιφνίδιος θάνατος 13χρονης, αιφνίδιος θάνατος στα βρέφη, αιφνίδιος θάνατος αθλητών, αιφνίδιος θάνατος του ισχυρού μηντιάρχη, αιφνίδιος θάνατος εμβρύου, αιφνίδιος θάνατος νεογνών, αιφνίδιος βρεφικός θάνατος, αιφνίδιος θάνατος πεζοναύτη, αιφνίδιος θάνατος, αιφνίδιος καρδιακός θάνατος

Συνώνυμα: αιφνίδιος

αιφνίδιος, ξαφνικός, εξαφνικός, απότομος, απόκρημνος, απόκοπος, ασυνεχής, εσπευσμένος

Μεταφράσεις: αιφνίδιος

αγγλικά
sharp, sudden


ισπανικά
agudo, penetrante, afilado, repentino, brusco, ...

γερμανικά
scharfsinnig, doppelkreuz-zeichen, durchbohrend, jäh, steil, ...

γαλλικά
prompt, lancinant, précisément, impétueux, sagace, ...

ιταλικά
aguzzo, acuto, repentino, perspicace, improvviso, ...

πορτογαλικά
agudo, ágil, escarpado, repentino, inesperado, ...

ολλανδικά
levendig, spits, wakker, tierig, scherp, ...

ρωσικά
заостренный, отчетливый, стремительный, неожиданный, оборотливый, ...

νορβηγικά
skarp, brå, ram, plutselig, kvass, ...

σουηδικά
spetsig, skarp, smart, amper, livlig, ...

φινλανδικά
sukkela, korviavihlova, terävä, äkkinäinen, ovela, ...

δανικά
pludselig, skarp, dreven

τσεχικά
náhlý, špičatý, náhle, křížek, kvapný, ...

πολωνικά
gwałtowny, bystry, kąśliwy, ostry, zwinny, ...

ουγγρικά
hirtelen, a hirtelen, váratlan, gyors

τούρκικα
birdenbire, sert, sivri, keskin

ουκρανικά
крутий, гострий, раптовий, дотепний

αλβανικά
befasishëm, fiks

βουλγαρικά
внезапен, внезапно, внезапна, изведнъж, внезапното

λευκορωσικά
раптам, раптоўна, нечакана, знянацку, зьнянацку

εσθονικά
järsk, täpselt, lõikav, äkiline

κροατικά
prodoran, iznenada, brz, nenadan, neočekivan, ...

ισλανδικά
hvass, glöggur, beittur

λατινικά
subitus, alacer, repens, acutus, acer

λιθουανικά
staigus, netikėtas, įžvalgus

λετονικά
pēkšņs, gudrs

σλαβομακεδονικά
ненадејна, одеднаш, ненадејно, ненадеен, ненадејни

ρουμανικά
bruse, brusc, abrupt

σλοβενικά
nenaden, nenadna, nenadno, nenadne, nenadnega

σλοβακικά
prudký, ostražitý, nepredvídaný, znenazdajky, ostrý, ...

Τυχαίες λέξεις