Λέξη: απορρόφηση

Σχετικές λέξεις: απορρόφηση

απορρόφηση επε από αε, απορρόφηση ασβεστίου, απορρόφηση χρωμάτων, απορρόφηση εσπα, απορρόφηση υγρασίας, απορρόφηση σιδήρου, απορρόφηση βιταμινης c, απορρόφηση του φωτός, απορρόφηση εταιρείας english, απορρόφηση του ήχου

Συνώνυμα: απορρόφηση

απορρόφηση, απορροφητικότητα, αναρρόφηση, εκμύζηση, βύθιση

Μεταφράσεις: απορρόφηση

αγγλικά
aspiration, absorption


ισπανικά
aspiración, absorción, asimilación

γερμανικά
aufsaugung, assimilation, versunkenheit, aspiration, absorption, ...

γαλλικά
absorption, assimilation, résorption, inspiration, rajustement

ιταλικά
ambizione, assimilazione, aspirazione, assorbimento

πορτογαλικά
ambição, assimilação

ολλανδικά
eerzucht, ambitie, absorptie, assimilatie, opslorping, ...

ρωσικά
стремление, впитывание, освоение, придыхание, вожделение, ...

νορβηγικά
absorpsjon, absorpsjonen, absorbsjon, opptaket, opptak

σουηδικά
absorption, absorptionen, upptaget, upptag, absorberas

φινλανδικά
kunnianhimo, yhtäläistyminen, pyyde, havittelu, imeytyminen, ...

δανικά
absorption, absorptionen, optagelse, optagelsen, absorbering

τσεχικά
přizpůsobení, absorpce, vstřebávání, aspirace, pohlcování, ...

πολωνικά
pochłanianie, zasysanie, pochłonięcie, absorpcja, dążenie, ...

ουγγρικά
abszorpció, abszorpciós, felszívódását, felszívódás, felszívódása

τούρκικα
tutku, ihtiras, hırs

ουκρανικά
аспірація, приєднування, прагнення, приєднання, поглинання

αλβανικά
thithje, përvetësim, thithjen, thithjen e, përthithjes

βουλγαρικά
асимилация

λευκορωσικά
паглынанне, паглынання

εσθονικά
süvenemine, imendumine, püüd, absorbtsioon, pürgimus

κροατικά
težnja, želja, nada, duh, uvlačenje, ...

ισλανδικά
frásog, upptöku, frásogi, frásogs, upptaka

λιθουανικά
absorbcija, absorbcijos, sugerties, sugertis, absorbciją

λετονικά
godkāre, centieni

σλαβομακεδονικά
апсорпција, апсорпциона, апсорпцијата, апсорпција на, на апсорпција

ρουμανικά
ambiţie

σλοβενικά
snaha

σλοβακικά
snaha, úsilí

Στατιστικά δημοτικότητας: απορρόφηση

Τυχαίες λέξεις