Λέξη: βρύση

Σχετικές λέξεις: βρύση

βρύση που στάζει, βρύση νεροχύτη, βρύση νιπτήρα, βρύση μου μαλαματένια, βρύση κήπου, βρύση μπάνιου, βρύση στα αγγλικά, βρύση εξωτερικού χώρου, βρύση τυρνάβου, βρύση ονειροκρίτης

Συνώνυμα: βρύση

σαλιάρα, σαλιαρίστρα μωρού, επάνω μέρος ποδιάς, είδος βακαλάου, πηγή, σειρά τυπογραφικών στοιχείων, κάνουλα, στρόφιγκα

Μεταφράσεις: βρύση

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
tap, fountain, faucet, fount, spring
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
grifo, surtidor, venera, fuente, procedencia, llave, grifo de, del grifo, el grifo
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
anzapfung, punktion, abzapfen, quelle, abzweigung, herkunft, hahn, zapfhahn, springbrunnen, fontäne, ...
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
tape, frapper, taper, principe, source, rencontrer, coq, évent, gâchette, puiser, ...
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
fontana, fonte, sorgente, rubinetto, del rubinetto, rubinetto di, il rubinetto, rubinetto del
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
torneira, chafariz, fonte, tanzânia, fundo, fontes, bica, nascente, fundação, manancial, ...
Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
welput, fontein, aanboren, kwel, kraan, bron, tapkraan, tap, kranen, faucet, ...
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
перестукиваться, отбой, набойка, стукать, отверстие, выманивание, метчик, кран, отпайка, ответвление, ...
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
kilde, fontene, kran, kranen, tappekran, springen
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
källa, kran, knacka, brunn, ursprung, tapp, kranen, blandare, blandaren
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
hana, napautus, sipaisu, anella, suihkulähde, laatu, urkkia, kaivo, lähde, vesihana, ...
Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
brønd, kilde, hane, springvand, vandhane, Blandingsbatteri, vandhanen, hanen
Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
vodotrysk, vybrat, čepovat, klepat, poplácat, kohoutek, kašna, plesknutí, zdroj, pramen, ...
Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
podsłuch, zawór, stukać, odszpuntować, czerpać, fontanna, źródło, kran, pijalnia, opukać, ...
Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
menetfúró, kút, csap, csaptelep, csapot, faucet, csappal
Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
pınar, musluk, batarya, armatür
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
постукувати, використанню, ключ, отвір, резервуар, джерело, джерельце, пробка, відбій, фонтан, ...
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
krua, rakord, rubinet
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
фонтан, кран, кранче, кранчето, смесител, крана
Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
кран
Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
konts, allikas, koputama, punn, purskkaev, kraan, segisti, Oras, kraani, dušisegisti
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
izvor, vodoskok, slavina, vrelo, izvorima, pipa, čep, slavine, česma
Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
krani, blöndunartæki
Λεξικό:
λατινικά
Μεταφράσεις:
fons
Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
kranas, fontanas, šaltinis, čiaupas, verdenė, versmė, maišytuvas, maišytuvo, maišytuvų
Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
avots, strūklaka, krāns, jaucējkrāns, jaucējkrāna, jaucējkrāns un, jaucējkrānu
Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
тапа, славина, славината, чешмата, чешма
Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
izvor, robinet, robinet de, robinetul, robinetul de, de robinet
Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
vodnjak, kašna, fontána, pipa, pipo, Česma, pipe
Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
prameň, fontána, kohútik, ventil, vodovodný kohútik, kohút, tap

Στατιστικά δημοτικότητας: βρύση

Τυχαίες λέξεις